επαγγελματικά προσόντα, αποφοίτων Νομικής, απόφοιτοι νομικής, nomiki

Τα επαγγελματικά προσόντα των αποφοίτων Νομικής

Γράφει ο Φάνης Αντ. Παυλίδης για τα Φοιτητικά Νέα/Foititikanea.gr

Μπαμπά, τι χρειάζεται για να γίνει κανείς δικηγόρος;

- Παιδί μου, δεν είμαι ειδικός να σου απαντήσω, αλλά είμαι σίγουρος ότι χρειάζεται να σπουδάσει τη νομική επιστήμη.

Κάπως έτσι, απαντά ένας ανυποψίαστος γονιός που ξαφνιάζεται (μάλλον ευχάριστα) στο άκουσμα μιας αφελούς ερώτησης που κρύβει πολλές ανησυχίες και πάντως γεννά πολλά νέα ερωτήματα.

Πράγματι, για να γίνει κανείς δικηγόρος απαιτείται να σπουδάσει και να αποφοιτήσει από νομική σχολή, να διανύσει ένα χρονικό διάστημα δεκαοκτώ μηνών κάνοντας την πρακτική του άσκηση υπό την εποπτεία έμπειρου δικηγόρου κι εν συνεχεία να συμμετάσχει σε εξετάσεις προκειμένου να διαγνωστεί η επαρκής του γνώση κι εμπειρία, ώστε να αποκτήσει την ιδιότητα του δικηγόρου.

Φαινομενικά, η ως άνω διαδικασία φαίνεται ξεκάθαρη, πλην όμως στη χώρα μας, δεν είναι και τόσο απλό ζήτημα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:

Ι.- ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στην Ελλάδα, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι σπουδές στην ανώτατη εκπαίδευση έχουν αποκλειστικά δημόσιο χαρακτήρα, ειδικά για ορισμένες επιστήμες. Ενώ δηλαδή, επιτρέπεται να λειτουργούν ιδιωτικά σχολεία (δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια), το κράτος φαίνεται εχθρικό απέναντι στην ιδιωτικά πανεπιστήμια, δεσμευόμενο από συνταγματικούς περιορισμούς που επιβάλλουν τη λειτουργία μόνο δημόσιων ιδρυμάτων και απαγορεύουν την ιδιωτική πρωτοβουλία στο χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εντός της επικράτειάς του.

Είσαι Φοιτητής Νομικής; Ενημερώσου τώρα. Δες ΕΔΩ

Ο διάλογος για την άρση της ως άνω απαγόρευσης, που εν πολλοίς επιβάλλεται από το σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον, δεν έχει μέχρι σήμερα καταλήξει σε ουσιαστική συζήτηση και κρίνεται μάλλον αρνητικά από τους πολιτικούς φορείς. Εξάλλου, η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν είναι ο μοναδικός τομέας από τον οποίο η χώρα μας επιδιώκει να λαμβάνει τα ευεργετήματα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, χωρίς ωστόσο να διατίθεται να «σπάσει» τα συντεχνιακά συμφέροντα μικρής μερίδας συνασπισμένων συνδικαλιστών, οι οποίοι εν τέλει ζημιώνουν τον κλάδο που εκπροσωπούν σε αντίθεση με τον αντικειμενικό ρόλο τους περί προάσπισής του.

Πιο συγκεκριμένα, σε ολόκληρη την αναπτυγμένη Ευρώπη και την Αμερική η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι σχεδόν ελεύθερη με αποτέλεσμα ο ενδιαφερόμενος να εγγράφεται στη σχολή που επιθυμεί να σπουδάσει χωρίς ειδικούς περιορισμούς, με εξαίρεση μικρές διαφοροποιήσεις στις προϋποθέσεις εγγραφής μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών πανεπιστημίων. Επικρατεί, δηλαδή, η άποψη ότι αν κανείς δεν είναι ικανός να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας επιστήμης ή ενός επαγγέλματος, αυτό θα κριθεί από την ακαδημαϊκή του πορεία εντός της φοίτησης ή την καριέρα του και την αντιμετώπισή του ως επαγγελματία από τον τελικό κριτή και αποδέκτη, που δεν είναι άλλος από την ίδια την αγορά.

Στην Ελλάδα όμως, τα πράγματα διαφέρουν. Αν και η χώρα μας έχει ενταχθεί στον πυρήνα της ενωμένης Ευρώπης, φαίνεται ότι παραμένει στην ουσία εκτός του «ανταγωνιστικού οχήματος». Η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την δευτεροβάθμια. Ο απόφοιτος Λυκείου, προκειμένου να επιτύχει την εισαγωγή σε σχολή επιλογής του, εξετάζεται πανελληνίως για τις γνώσεις του και, μόνο αν κριθεί επαρκής, πετυχαίνει να πραγματοποιήσει σπουδές τις αρεσκείας του σε ελληνικό πανεπιστήμιο.

Αποτέλεσμα αυτού του περιορισμού είναι η χώρα μας να βρίσκεται το 2014 στην έκτη (6η ) θέση της κατάταξης των 34 χωρών-μελών του ΟΟΣΑ αναφορικά με τη φοιτητική μετανάστευση. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του διεθνούς Οργανισμού, περίπου 55.000 Έλληνες σπουδάζουν στο εξωτερικό. Συνολικά -αν δηλαδή λογιστούν και οι χώρες που δεν μετέχουν στον ΟΟΣΑ- οι ειδικοί εκτιμούν ότι περίπου 70.000 έλληνες φοιτητές σπουδάζουν στο εξωτερικό, αναζητώντας επαγγελματική αποκατάσταση εκτός της χώρας μας, με ζημία για το ελληνικό δημόσιο που ξεπερνά το ένα (1) δισ. ευρώ κάθε χρόνο. Μάλιστα, αναλυτές της εκπαίδευσης σημειώνουν ότι αν η οικονομική ύφεση δεν συνεχιζόταν, η έξοδος των Ελλήνων στο εξωτερικό για σπουδές θα ήταν πολύ μεγαλύτερη.

ΙΙ.- ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Στην Ελλάδα, οι τρεις νομικές σχολές σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κομοτηνή δέχονται περίπου 1.200 σπουδαστές κάθε χρόνο, αριθμός που μειώθηκε τα τελευταία χρόνια αφού έχει διαπιστωθεί κορεσμός στον κλάδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της CEPEJ (European Commission for the Efficiency of Justice), η Ελλάδα έχει μια από τις μεγαλύτερες αναλογίες δικηγόρων (370 δικηγόροι ανά 100.000 κατοίκους) και κατατάσσεται στη δεύτερη θέση πανευρωπαϊκά πίσω από το Λουξεμβούργο.

Είναι όμως, τα ποσοτικά δεδομένα αρκετά για να αποτρέψουν έναν φέρελπι νέο να σπουδάσει αυτό που επιθυμεί, να ακολουθήσει το λειτούργημα των γονέων του ή ακόμα και να αξιοποιήσει τη γνώση, την εμπειρία και -γιατί όχι- την έτοιμη πελατεία τους; Είναι επίσης, αυτά τα στοιχεία από μόνα τους ικανά να εμποδίσουν εκείνον που επιθυμεί να σπουδάσει νομικά, χωρίς να έχει ακόμη αποφασίσει αν θα γίνει δικηγόρος, νομικός σύμβουλος, ακαδημαϊκός, δικαστικός επιμελητής, συμβολαιογράφος ή δικαστής; Σε κάθε περίπτωση πρέπει να παραδεχθούμε ότι, ακόμα και αν ο κλάδος είναι πλέον εξαιρετικά ανταγωνιστικός και υπάρχει πληθώρα δικηγόρων, που ίσως αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στη σύγχρονη οικονομία, δεν είναι δυνατόν να επιχειρείται η προάσπιση των συμφερόντων ενός κλάδου με τον αριθμητικό περιορισμό του. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι παρωχημένη και εν πολλοίς αντίθετη με την ελεύθερη και ανταγωνιστική οικονομία που πλέον έχει παγκόσμιο χαρακτήρα.

Επιπλέον, πρέπει να δεχθούμε ότι οι σύγχρονες συνθήκες στην ευρύτερη οικονομία δημιουργούν νέες απαιτήσεις στην αγορά εργασίας, που δεν αφήνουν εκτός τη νομική επιστήμη. Πλέον, ένα μεγάλο ποσοστό της δικηγορικής ύλης άπτεται του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου (ελεύθερη αγορά, διεθνές εμπόριο, ναυτιλία, κ.λπ.), που εν τοις πράγμασι επιβάλλει σε εκείνον που ασχολείται με αυτούς τους κλάδους να εκπαιδεύεται αναλόγως.

ΙΙΙ.- Η ΔΙΑΔΙΑΚΑΣΙΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στην Ελλάδα εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο, που διδασκόταν μέχρι πρότινος αποκλειστικά και μόνο στις ελληνικές νομικές σχολές, παρέχοντας στους αποφοίτους τη δυνατότητα απρόσκοπτης εγγραφής στα μητρώα ασκούμενων δικηγόρων, που μετά το πέρας δεκαοκτάμηνης άσκησης και την επιτυχή συμμετοχή τους σε εξετάσεις αποκτούσαν τη δικηγορική ιδιότητα.

Από την άλλη, για τους απόφοιτους νομικών σχολών του εξωτερικού που είχαν διδαχθεί αλλοδαπό δίκαιο, διαφορετικό δηλαδή από αυτό που εφαρμόζεται στην Ελλάδα, προβλεπόταν μια ειδική διαδικασία αναγνώρισης του τίτλου σπουδών (πτυχίο) από τον αρμόδιο φορέα, ήτοι το ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. κατά το παρελθόν και ήδη σήμερα από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., με το πέρας της οποίας ο κάτοχος πτυχίου της αλλοδαπής μπορούσε επίσης να αποκτήσει τη δικηγορική ιδιότητα στην Ελλάδα, ακόμη κι αν αυτός δεν είχε διδαχθεί ελληνικό δίκαιο.

Εν τω μεταξύ, ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. αναγνώρισε αρκετά ξένα πανεπιστήμια της ΕΕ ως ισότιμα με τα πανεπιστήμια της ημεδαπής, αφού εξέτασε ενδελεχώς τις προϋποθέσεις λειτουργίας τους και τα προγράμματα σπουδών τους. Επιπλέον, εξέδωσε σε απόφοιτους νομικής που διδάχθηκαν ελληνικό δίκαιο -όπως άλλωστε διδάσκεται λ.χ. γερμανική φιλολογία στην Ελλάδα- ατομικές πράξεις αναγνώρισης των τίτλων σπουδών ως ισότιμους και αντίστοιχους με την ημεδαπή, βεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ακαδημαϊκή αναγνώριση των πτυχίων.

Το Σεπτέμβριο του 2013, με σκοπό τη διευκόλυνση της διαδικασίας για όλους τους απόφοιτους (ημεδαπής και αλλοδαπής) και στα πλαίσια αναθεώρησης του Κώδικα Δικηγόρων, ο νέος νόμος [παρ. 1 άρθ. 15 Ν. 4194/27.09.2013 (Α’ 208)] θέσπισε τρεις βασικές προϋποθέσεις για την εγγραφή στα μητρώα ασκούμενων δικηγόρων των πολιτών της ΕΕ: α) κατάθεση αίτησης, β) προσκόμιση τίτλου σπουδών (πτυχίο) και γ) για όσους προέρχονταν από το εξωτερικό, προσκόμιση πράξης αναγνώρισης του τίτλου σπουδών από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., σύμφωνα με την οποία το πτυχίο του ενδιαφερομένου αναγνωρίζεται ως ισότιμο και αντίστοιχο με τα πτυχία νομικής της ημεδαπής.

Έξι μήνες αργότερα κι αφού θεωρήθηκε ότι η ως άνω προϋπόθεση (γ) συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των πτυχίων που προέρχονται από την ΕΕ, γεγονός που αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο, ψηφίστηκε ο Ν. 4254/07.04.2014 (Α’ 85), με τον οποίο δεν απαιτείτο πλέον ούτε η προσκόμιση της πράξης αναγνώρισης του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.. Με βάση αυτόν θα έπρεπε, δηλαδή, ο απόφοιτος νομικής της ΕΕ να ξεκινάει αυτόματα άσκηση στην Ελλάδα, ακόμη κι αν έχει σπουδάσει αλλοδαπό δίκαιο.

Όμως, παρά την ισχύ του νέου νόμου, ορισμένοι από τους δικηγορικούς συλλόγους, συνέχισαν να ζητούν την προσκόμιση της πράξης αναγνώρισης του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.., χωρίς την οποία δεν δέχονταν τις αιτήσεις εγγραφής στα μητρώα ασκουμένων, καθιστώντας την νομοθετική ρύθμιση επί της ουσίας ανενεργή. Με άλλα λόγια, οι ίδιοι οι δικηγορικοί σύλλογοι -που διατείνονται ότι προασπίζουν τη δικαιοσύνη- παρανομούσαν για τους απόφοιτους ξένων πανεπιστημίων -κι όχι κολλεγίων-, γεγονός που οδήγησε πολλούς από αυτούς να προσφύγουν στη δικαιοσύνη και να δικαιωθούν όλοι με σειρά αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ Γ ́ Τμήμα 2615-2618/2015).

Ειδικότερα, το ΣτΕ έκρινε ότι η άρνηση εκ μέρους των συλλόγων να ικανοποιήσουν το αίτημα εγγραφής των “υποψήφιων ασκούμενων” δικηγόρων στα μητρώα τους είναι παράνομη και κατά συνέπεια άκυρη και ως εκ τούτου οι δικηγορικοί σύλλογοι θα έπρεπε να συμμορφωθούν. Όντως, μετά από διετή περιπέτεια, μερικοί σύλλογοι ικανοποίησαν το αίτημα εγγραφής, συμμορφούμενοι στη δικαστική κρίση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου. Υπήρξαν, όμως, και περιπτώσεις στις οποίες οι δικηγορικοί σύλλογοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις του ΣτΕ και επιμένουν ακόμη και σήμερα σε υπερβατικές ερμηνείες, σύμφωνα με τις οποίες το σκεπτικό των αποφάσεων δεν τους υποχρεώνει να εγγράψουν κανέναν απόφοιτο πανεπιστημίου του εξωτερικού.

Στο μεσοδιάστημα, μετά από συντονισμένη πίεση των δικηγορικών συλλόγων, ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο Ν. 4285/10.09.2014 (Α’ 191) σύμφωνα με τον οποίο, για την εγγραφή στα μητρώα ασκουμένων αποφαίνεται ειδική πενταμελής Επιτροπή Αξιολόγησης (άρθ. 15 Κώδικα Δικηγόρων, όπως τροποποιήθηκε), στην οποία μετέχουν μόνο πρόεδροι των δικηγορικών συλλόγων και μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων τους.

Ειδικότερα, η Επιτροπή αποτελείται από τους προέδρους των συλλόγων Αθηνών (πρόεδρος της Επιτροπής), Θεσσαλονίκης, Πειραιά, Λαρίσης (κατόπιν διάταξης του προέδρου Αθηνών) και τέλος του προέδρου του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο ο ενδιαφερόμενος αιτείται την εγγραφή του κι αν αυτός αναφέρεται σε κάποιον από τους ανωτέρω, ένα διορισμένο μέλος του ΔΣ του εκάστοτε συλλόγου.

Μάλιστα, στην εν λόγω Επιτροπή θα ενέπιπταν προς αξιολόγηση και όλοι εκείνοι οι ενδιαφερόμενοι που είχαν ζητήσει να εγγραφούν στο μεσοδιάστημα εφαρμογής των δύο τελευταίων νόμων (07.04.2014-10.09.2014) κι οι δικηγορικοί σύλλογοι είχαν αρνηθεί να τους εγγράψουν.

IV.- Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Ο τρόπος λειτουργίας της Επιτροπής Αξιολόγησης καθορίστηκε με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων [80423/24.10.2014 (Β’ 2923)], με την οποία προσδιορίστηκε μεν ο τρόπος λειτουργίας της, χωρίς ωστόσο να τεθούν με σαφήνεια τα κριτήρια, βάσει των οποίων εκείνη αποφαίνεται. Έτσι, εκχωρήθηκε στην Επιτροπή η εξουσία να λειτουργεί με διακριτική ευχέρεια και να καθορίζει αυτοβούλως τον τρόπο συνεκτίμησης των προσόντων των ενδιαφερομένων.

Επί ενάμιση χρόνο, η Επιτροπή Αξιολόγησης προσπαθούσε να προσδιορίσει τα αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζει, κρατώντας δέσμιους απόφοιτους νομικής από όλη την Ευρώπη, μεταξύ των οποίων όμως δεν συγκαταλέγονται οι απόφοιτοι των ελληνικών νομικών σχολών, των οποίων η γνώση, κατά την Επιτροπή, «τεκμαίρεται» βάσει του Κώδικα Δικηγόρων.

Μάλιστα, η Επιτροπή Αξιολόγησης αυτοπροσδιορίστηκε ως το εθνικό όργανο, στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτει η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων των “υποψήφιων ασκουμένων”. Έτσι, για πρώτη φορά ένας απόφοιτος νομικής θα πρέπει να διαθέτει «επαγγελματική εμπειρία», προκειμένου να καταστεί ασκούμενος δικηγόρος, ενώ οποιοσδήποτε μέσος άνθρωπος καταλαβαίνει ότι ο απόφοιτος -που έχει μόνο ακαδημαϊκή γνώση- αποκτά επαγγελματικά προσόντα μέσω της πρακτικής άσκησης, η οποία εξάλλου υφίσταται γι’ αυτό το λόγο...

Βεβαίως, η Επιτροπή Αξιολόγησης θα μπορούσε να υφίσταται και να έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί αιτήσεως ενδιαφερομένου, ο οποίος στερείται ακαδημαϊκής αναγνώρισης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.), προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε απόφοιτο νομικής να γίνει εν τέλει δικηγόρος, ακόμη και αν δεν διαθέτει αναγνωρισμένα ακαδημαϊκά δικαιώματα. Αυτό, εξάλλου, προβλέπει και η ευρωπαϊκή νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία παρέχεται η δυνατότητα μέσω του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου (βλ. Οδηγίες 98/5/ ΕΚ, 2005/36 EK και 2013/55 ΕΚ) να μετακινείται εντός ΕΕ ο δικηγόρος (αυτός δηλαδή που έχει αποκτήσει τη δικηγορική ιδιότητα κι όχι ο “υποψήφιος ασκούμενος”) που απέκτησε τίτλο σπουδών σε άλλο κράτος-μέλος.

Αυτονόητο λοιπόν είναι ότι, αφού με την πράξη αναγνώρισης ισοτιμίας και αντιστοιχίας των τίτλων σπουδών που παρέχει ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. βεβαιώνεται η ισοδυναμία των προσόντων των πτυχιούχων ημεδαπής και αλλοδαπής κι επιπρόσθετα, αφού ο απόφοιτος της ημεδαπής δεν εμπίπτει στην κρίση της Επιτροπής Αξιολόγησης, έτσι θα έπρεπε και ο απόφοιτος της αλλοδαπής που έχει αναγνωρισμένα ακαδημαϊκά δικαιώματα, δηλαδή πράξη του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., να μην εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Αξιολόγησης και να εγγράφεται αυτομάτως στα μητρώα ασκουμένων.

Ωστόσο, η Επιτροπή Αξιολόγησης με πρόσφατες αποφάσεις της, παραβλέποντας ακόμη και γνωμοδοτικό σημείωμα διακεκριμένων καθηγητών της Νομικής Σχολής των Αθηνών, ειδικών σε θέματα Διοικητικού Δικαίου, οι οποίοι βεβαιώνουν τα ως άνω, παρέπεμψαν με αναιτιολόγητες αποφάσεις στη Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας (άρθ. 16 Κώδικα Δικηγόρων) για εξετάσεις, ακόμη και αποφοίτους νομικής ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, που έχουν διδαχθεί ελληνικό δίκαιο και διαθέτουν πράξεις αναγνώρισης των πτυχίων τους από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π..

Παρέβλεψαν επίσης, τη γνώμη του νυν Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθηγητή κου Παρασκευόπουλου, ο οποίος έχει παραδεχθεί επίσημα σε απαντήσεις του σε βουλευτές όλων των κομμάτων στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού ελέγχου ότι το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Επιτροπής «δημιουργεί προβλήματα», για τα οποία θα λάβει νομοθετικά μέτρα στα πλαίσια αναβάθμισης της πράξης του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. από συνεκτιμώμενο σε δεσμευτικό δικαιολογητικό με ιδιαίτερη βαρύτητα.

V.- ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Η Επιτροπή Αξιολόγησης, αν και συγκροτήθηκε στις 30.10.2014, ανέβαλλε διαρκώς τις συνεδριάσεις της, κατά παράβαση των κείμενων διατάξεων και μετά από 15 ολόκληρους μήνες αναμονής και ομηρείας, κατόρθωσε μόλις στις 30.01.2016 να εκδώσει τις κάτωθι αποφάσεις: α) «...για την απόδειξη των προσόντων κάθε αιτούντος όλων των «εκκρεμών» αιτήσεων εγγραφής στα μητρώα ασκουμένων...», ήτοι όλων των αιτήσεων που υποβλήθηκαν μέχρι 10.09.2014 (θέση σε ισχύ Ν. 4285/2014), «...η Επιτροπή αρκείται στην προσκόμιση της ακαδημαϊκής αναγνώρισης του τίτλου σπουδών από τον αρμόδιο φορέα...», ήτοι τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., και β) για όλες τις μεταγενέστερες αιτήσεις επιβάλλεται εξατομικευμένος έλεγχος επαγγελματικών προσόντων.

Θεώρησε, δηλαδή, η Επιτροπή, ότι ο ενδιαφερόμενος που είχε ζητήσει να εγγραφεί στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο: α) δεν υπήρχε η Επιτροπή και β) δεν απαιτείτο η προσκόμιση της πράξης του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., θα πρέπει αυτός: α) να κριθεί από την Επιτροπή και β) να προσκομίσει την πράξη του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. προκειμένου να «αποδειχθούν» τα προσόντα του, ενώ για τους υπόλοιπους η προσκόμιση της σχετικής πράξης δεν είναι αρκετή... Η λογική παρέλκει.

Έτσι, παρά τον επιβεβλημένο εξατομικευμένο έλεγχο, η Επιτροπή Αξιολόγησης παρέπεμψε όλους τους απόφοιτους που αιτήθηκαν την εγγραφή τους μετά τις 10.09.2014 στην Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας (άρθ. 16 Κώδικα Δικηγόρων) κι ελλείψει κριτηρίων, διέκρινε τους ενδιαφερόμενους σε κατηγορίες, αναλόγως των ετών σπουδών τους, διαπιστώνοντας ανεπάρκεια προσόντων σχεδόν σε όλους τους κλάδους δικαίου (2-7 κλάδους δικαίου: Αστικό, Ποινικό, Διοικητικό και Συνταγματικό Δίκαιο, Πολιτική, Ποινική και Διοικητική Δικονομία), παραβλέποντας συνάμα το ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς μαθημάτων (ECTS).

Το περιεχόμενο των παραπεμπτικών στην Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας (άρθ. 16 Κώδικα Δικηγόρων) αποφάσεων κοινοποιήθηκε στους αιτούντες με παραλαβή από αυτούς από τα γραφεία των δικηγορικών συλλόγων μιας απλής ενημερωτικής επιστολής, χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου, υπογεγραμμένη από την Γραμματέα της Επιτροπής, η οποία τυγχάνει διοικητικό προσωπικό του ΔΣΑ. Ειδικότερα, σε αυτήν αναφέρεται ότι: «κρίθηκε ομόφωνα η παραπομπή σας στην Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας, δεδομένου ότι διαπιστώθηκε ομόφωνα ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία επαγγελματικών προσόντων ως προς την αναγκαία γνώση επί των (αστικό, ποινικό, διοικητικό κ.λπ.)».

Από την επομένη της παραλαβής, η πλειοψηφία των ενδιαφερομένων κατέθεσαν αιτήσεις χορήγησης των εισηγήσεων, των ατομικών αποφάσεων -και όχι παραπεμπτικών επιστολών- που θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή αιτιολογία και των πρακτικών των συνεδριάσεων, προκειμένου να καταστεί εφικτή η προσφυγή στη δικαιοσύνη, κι εν τέλει γνωστός ο ουσιαστικός λόγος της παραπομπής ή της διαπίστωσης αναντιστοιχίας. Όμως, ελλείψει στοιχειώδους οργάνωσης και με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες, η Επιτροπή Αξιολόγησης αρνήθηκε να χορηγήσει τα σχετικά έγγραφα και μόνο κατόπιν εκδόσεως εισαγγελικών εντολών/παραγγελιών ικανοποίησε μέρος μόνο των αιτημάτων, (έγγραφα που αφορούν στις συνεδριάσεις 29-30.01.2016) και όχι το σύνολο, αφού επικαλείται ότι τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης (29.03.2016) δεν έχουν καθαρογραφεί - επικυρωθεί.

Στο μεταξύ, δημοσιεύτηκε η υπ’ αριθ. 21803/21.03.2016 (Β’ 793) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη λειτουργία της Μόνιμης Επιτροπής Δοκιμασίας Επάρκειας (άρθ. 16 Κώδικα Δικηγόρων), σύμφωνα με την οποία η εξεταστική περίοδος άρχιζε στις 08.04.2016 κι ενώ μέχρι τότε δεν είχαν κοινοποιηθεί οι αποφάσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης. Οι προθέσεις των δικηγορικών συλλόγων και η εν γένει συμπεριφορά τους φαίνεται να περιγράφεται απόλυτα στις λέξεις «ισχύς» και «εξουσία»...

VI.- Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΙΜΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ

Σύμφωνα με το νόμο αλλά και την ως άνω υπουργική απόφαση, η Επιτροπή του άρθ. 16 Κώδικα Δικηγόρων είναι αποκλειστικά αρμόδια για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και προβλέπεται η δυνατότητά της να αποδεσμεύει από τη δοκιμασία όσους υποψήφιους κρίνει ότι δεν υποχρεούνται να αποδείξουν τη γνώση τους.

Σε σχετικό όμως, αίτημα, η νέα Επιτροπή απεφάνθη στην πρώτη συνεδρίασή της, στις 30.03.2016, ότι μέχρι την πρώτη εξεταστική περίοδο δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για την εξατομικευμένη αξιολόγηση κι ως εκ τούτου, όποιος επιθυμεί να κριθεί από την Επιτροπή θα πρέπει μόνο να συμμετάσχει στη δοκιμασία των εξετάσεων.

Να σημειωθεί ότι η Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθ. 16 Κώδικα Δικηγόρων είναι επίσης πενταμελής και η πλειοψηφία της είναι η ίδια με εκείνην της προηγούμενης Επιτροπής (Αξιολόγηση) του άρθ. 15 Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι απαρτίζεται από τους προέδρους των Δκηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς!

VII.- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΗΘΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Από τα ανωτέρω, προκύπτει ανενδοίαστα ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη δυσανεξία τους «ξενόφερτους» οιονεί συναδέλφους τους, ενώ Φάνης Αντ. Παυλίδης, Πρόεδρος Σ.Ε.Α.-Ε.Π.Κ. [8] -Τα επαγγελματικά προσόντα των δικηγόρων- βασική επιδίωξη τους φαίνεται να είναι ο περιορισμός του αριθμού των δικηγόρων και η δημιουργία «φίλτρων» ελέγχου για τους εισερχόμενους από την αλλοδαπή, αδιαφορώντας αν αυτοί έχουν ακαδημαϊκούς τίτλους και όχι τίτλους κολλεγίων.

Η ανωτέρω πρακτική συνιστά παραβίαση του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου (άρθ. 45 και 49 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) περί ελεύθερης κυκλοφορίας κι εγκατάστασης πολιτών κρατών-μελών της ΕΕ (συγκεκαλυμμένος προστατευτισμός), που πρόκειται να επιβεβαιωθεί από το επικείμενο πόρισμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε καταγγελία που έχει κατατεθεί για μη τήρηση κοινοτικού δικαίου.

Επίσης, με τη λειτουργία της, η Επιτροπή Αξιολόγησης θίγει το «Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς Πιστωτικών Μονάδων (ECTS)» που υιοθέτησαν οι Υπουργοί Παιδείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 1999, με τη Διακήρυξη της Μπολόνια στα πλαίσια ενιαίου χώρου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αφού θέτει σε αμφισβήτηση την σχετική διαδικασία αναγνώρισης και μεταφοράς συναφών μαθημάτων.

Επιπλέον, η Επιτροπή Αξιολόγησης παραβιάζει τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, διότι κρίνει με διαφορετικό τρόπο ενδιαφερόμενους με τα ίδια ακριβώς τυπικά και ουσιαστικά προσόντα [αναγνωρισμένα ακαδημαϊκά δικαιώματα (ισοτιμία και αντιστοιχία τίτλου σπουδών από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.) και αναγνωρισμένα επαγγελματικά προσόντα στη χώρα προέλευσης του τίτλου σπουδών]. Παραβιάζει επίσης, τις βασικές αρχές του διοικητικού δικαίου περί χρηστής και καλόπιστης διοίκησης καθώς και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, αφού όλοι οι ενδιαφερόμενοι πριν αποφασίσουν να μεταβούν στο εξωτερικό για σπουδές, είχαν πειστεί για τα αποτελέσματα απρόσκοπτης εγγραφής τους στα μητρώα ασκουμένων, έχοντας λάβει τις σχετικές διαβεβαιώσεις από τους αρμόδιους φορείς (δικηγορικοί σύλλογοι, Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.).

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι η Επιτροπή Αξιολόγησης δεν δημιουργήθηκε για να «αξιολογεί» τους υποψήφιους ασκουμένους της αλλοδαπής και τα εν γένει επαγγελματικά προσόντα τους, που εξ ιδιότητος δεν διαθέτουν, αλλά πρωτίστως για να «μπλοκάρει» την ανέλεγκτη είσοδο νέων επαγγελματιών. Κι εδώ, είναι που αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση αυτοπροσδιορισμού της. Οποιαδήποτε προσπάθεια κάνει προκειμένου να προσεγγίσει τα «επαγγελματικά» προσόντα του “υποψήφιου ασκούμενου” δικηγόρου, κατόχου πανεπιστημιακού τίτλου είναι παντελώς αποτυχημένη και πάντως καταλήγει σε ζητήματα ακαδημαϊκού περιεχομένου, αποκλειστικής αρμοδιότητας, δηλαδή, άλλου φορέα, τον οποίο μάλιστα δεν αναγνωρίζει ή τουλάχιστον δεν αναγνωρίζει καταληκτικά. Φάνης Αντ. Παυλίδης, Πρόεδρος Σ.Ε.Α.-Ε.Π.Κ. [9] -Τα επαγγελματικά προσόντα των δικηγόρων- Πέραν, όμως, της νομικής και διοικητικής διάστασης του θέματος υπάρχει μια αθέατη πλευρά, που λίγοι διακρίνουν. Η ανθρώπινη και ηθική αντιμετώπιση όλων των νέων επιστημόνων, που για τους δικούς τους λόγους επιμένουν να αναζητούν την τύχη και το μέλλον τους σε μια χώρα που πάσχει κι από τα δύο, είναι που δημιουργεί τη μεγαλύτερη αμφισβήτηση των θεσμών και διαχέει απογοήτευση.

Πέραν πάσης αμφιβολίας, με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις, η συμπεριφορά των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης και των συνεπικουρόντων αυτήν, είναι απαξιωτική και πάντως δεν αρμόζει σε λειτουργούς της δικαιοσύνης. Η υπέρμετρη καθυστέρηση και η τιμωρητική διάθεση υποδηλώνουν έλλειψη ευαισθησίας, αναλγησία κι εν πολλοίς καταδεικνύουν το ψυχρό πρόσωπο του αθέμιτου ανταγωνισμού μιας «ψυχαγωγημένης», όπως οι ίδιοι δηλώνουν κυνικά, Επιτροπής.

VII.- ΤΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ

Δεν απαιτείται ιδιαίτερη ευφυΐα για να καταλάβει κανείς ότι η λειτουργία των επιτροπών πρόκειται να αλλάξει, αφού δεν είναι λογικό για το ίδιο ζήτημα να επιλαμβάνονται τέσσερεις φορείς, στους τρεις εκ των οποίων μετέχουν τα ίδια πρόσωπα. Το ζητούμενο είναι να αποδειχθεί αν η χώρα μας διαθέτει χαρακτηριστικά ευνομούμενης πολιτείας και νομοθετικού πολιτισμού ώστε τα ανακύπτοντα προβλήματα να διευθετούνται με διάλογο και πολιτική πρωτοβουλία ή αν θα επικρατήσει η πάντα αποτελεσματική πρακτική της επιβολής.

Δύο είναι οι δρόμοι: α) ο δρόμος της συνειδητοποίησης που οδηγεί στην παραδοχή του λάθους και την προσπάθεια ανόρθωσής του με ίδια μέσα και β) ο δρόμος της συμμόρφωσης από εξωγενείς παράγοντες.

Η τύχη των επιτροπών, ακόμα και η ίδια η ύπαρξή τους, θα κριθεί είτε κατόπιν διαλόγου όλων των φορέων στα πλαίσια μιας συνολικής μεταρρύθμισης που θα συμπεριλαμβάνει ένα ευρύ πλαίσιο φορέων παιδείας και δικαιοσύνης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., επιτροπές, δικηγορικούς συλλόγους, δημόσια πανεπιστήμια του εσωτερικού, πανεπιστήμια του εξωτερικού, υπουργεία κ.ο.κ.) εντός της κοινοτικής νομοθεσίας, είτε μέσω δεκάδων αποφάσεων των διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων της χώρας με τις επαγόμενες συνέπειες της ήττας, του ενδεχόμενου διασυρμού και οικονομικού αντίκτυπου.

Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι οι δεσμοί, όταν δεν λύνονται, κόπτονται...

* Ο Φάνης Αντ. Παυλίδης είναι απόφοιτος Νομικής και Πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αποφοίτων του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Φοιτητικά Νέα/Foititikanea.gr