ΚΙΠΑΝ για «Ασφάλεια στα ΑΕΙ»: «Σε θεσμικά ολισθηρή κατεύθυνση η κυβερνητική πολιτική για τα δημόσια πανεπιστήμια»
Την έντονη αντίθεσή της στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας που αφορά την «ενίσχυση της ασφάλειας στα ΑΕΙ» εκφράζει η Κίνηση Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης (ΚΙΠΑΝ), κάνοντας λόγο για θεσμικά ολισθηρές ρυθμίσεις και επικίνδυνη ποινικοποίηση της πανεπιστημιακής ζωής.
Το νομοσχέδιο, το οποίο συζητείται στη Βουλή εν μέσω θέρους, περιλαμβάνει σειρά τροποποιήσεων, μεταξύ άλλων στον Ποινικό Κώδικα (άρθρα 168 και 184), στον ν. 4957/2022, καθώς και στη διάταξη για την ανώτατη διάρκεια φοίτησης και τις διαγραφές φοιτητών και φοιτητριών. Την ομιλία της Υπουργού Παιδείας, Σοφίας Ζαχαράκη, μπορείτε να την δείτε εδώ.
Σύμφωνα με την ΚΙΠΑΝ, με το εν λόγω σχέδιο νόμου η κυβέρνηση παραδέχεται έμμεσα την αποτυχία της πολιτικής της στο ζήτημα της ανομίας, για το οποίο «η ίδια είχε δημιουργήσει υπερδιογκωμένες προσδοκίες». Παρ’ όλα αυτά, αντί για αποτίμηση και διάλογο, προχωρά σε νέες παρεμβάσεις, οι οποίες κρίνονται ως ασύμβατες με τις πραγματικές ανάγκες των δημόσιων πανεπιστημίων.
Απουσία ουσιαστικής διαβούλευσης – Παράκαμψη ΟΚΕ
Η ΚΙΠΑΝ στηλιτεύει τη μη ουσιαστική διαβούλευση κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, τονίζοντας πως η κυβέρνηση κινείται με τη λογική «πλειοψηφία έχουμε, ό,τι θέλουμε κάνουμε». Επικαλείται, δε, τη γνώμη της Οικονομικής & Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ), η οποία – όπως αναφέρεται – δεν λήφθηκε υπόψη, ειδικά για τις επίμαχες διατάξεις του Μέρους Γ.
Από την «πανεπιστημιακή αστυνομία» στην «πανεπιστημιακή εισαγγελία»
Παρά την αποτυχία εφαρμογής των προηγούμενων νόμων (ν. 4777/2021 και ν. 4957/2022), η κυβέρνηση προχωρά, σύμφωνα με την ανακοίνωση, χωρίς αξιολόγηση ή τεκμηρίωση, σε νέες τροποποιήσεις. Αυτήν τη φορά, η «πανεπιστημιακή αστυνομία» δίνει τη θέση της σε μια μορφή «πανεπιστημιακής εισαγγελίας».
Ποινικοποίηση του λόγου και θεσμική διολίσθηση
Το πλέον ανησυχητικό, κατά την ΚΙΠΑΝ, είναι ότι το νέο πλέγμα διατάξεων οδηγεί σε ποινικοποίηση ακόμη και της έκφρασης λόγου, καθώς εισάγονται ρυθμίσεις με ιδιώνυμα αδικήματα και δυσανάλογες ποινές που θίγουν το τεκμήριο της αθωότητας και την ακαδημαϊκή ελευθερία.
Ειδική αναφορά γίνεται στην προτεινόμενη παρ. 5 στο άρθρο 184 Π.Κ., όπου προβλέπεται ποινή για «παρότρυνση, υποκίνηση, ενθάρρυνση ή διευκόλυνση» πράξεων διατάραξης της λειτουργίας των ΑΕΙ, ακόμη και αν δεν επακολουθεί καμία τέτοια πράξη. Η ΚΙΠΑΝ υποστηρίζει ότι πρόκειται για επικίνδυνες ρυθμίσεις που «φέρνουν δαιμόνια από μακρινά δύσκολα χρόνια» και παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας.
Επιπλέον, εκφράζεται ο φόβος ότι όροι όπως «διατάραξη λειτουργίας» και «ανάρμοστη συμπεριφορά» θα ερμηνεύονται με αυθαιρεσία, οδηγώντας σε ποινικές ή πειθαρχικές διώξεις και προληπτική αυτολογοκρισία φοιτητών και καθηγητών.
Αναποτελεσματικότητα και επικοινωνιακή χρήση
Η ΚΙΠΑΝ επισημαίνει ότι οι πραγματικά σοβαρές περιπτώσεις βίας δεν αντιμετωπίζονται με αυστηρότερες ποινές, αλλά με αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης. Κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επικαλείται την ασφάλεια για λόγους επικοινωνιακής αυστηρότητας, την ώρα που προωθεί εσπευσμένα την πανεπιστημιοποίηση των κολλεγίων, χωρίς εγγυήσεις ποιότητας ή ασφάλειας.
Διαγραφές φοιτητών
Αναφορικά με τη λιμνάζουσα φοίτηση, η ΚΙΠΑΝ προτείνει την εκκαθάριση των μητρώων από ανενεργούς φοιτητές χωρίς τυμπανοκρουσίες, καθώς και την παραχώρηση ευθύνης στα πανεπιστήμια για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Αντιθέτως, όπως σημειώνει, η κυβέρνηση παγιδευμένη στις εξαγγελίες της, προχωρά μόνο σε αριθμητική τροποποίηση του προηγούμενου νόμου, διατηρώντας τον επικοινωνιακό του χαρακτήρα.
Τίθεται σε κίνδυνο ο δημόσιος χαρακτήρας του πανεπιστημίου
Η ΚΙΠΑΝ τονίζει πως όλες αυτές οι επιλογές δυναμιτίζουν την πανεπιστημιακή ειρήνη και θέτουν σε κίνδυνο τον δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Χαρακτηρίζει τη συνολική κυβερνητική πολιτική λανθασμένη και καλεί σε αντιστροφή της πορείας όσο ακόμη είναι καιρός.
«Η κατεύθυνση στην οποία κινείται η κυβερνητική πολιτική για τα δημόσια πανεπιστήμια είναι σταθερά λανθασμένη και πρέπει να αντιστραφεί όσο ακόμη είναι καιρός», τονίζει χαρακτηριστικά η Διοικούσα Επιτροπή της ΚΙΠΑΝ.
Αυτούσια η ανακοίνωση της ΚΙΠΑΝ για το Νομοσχέδιο σχετικά με την «Ασφάλεια στα ΑΕΙ»
Σε θεσμικά ολισθηρή κατεύθυνση η κυβερνητική πολιτική για τα δημόσια πανεπιστήμια
Συζητείται στη Βουλή, εν μέσω θέρους, νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, που περιλαμβάνει στο Μέρος Γ («για την ενίσχυση της ασφάλειας στα ΑΕΙ») τροποποιήσεις – προσθήκες στα άρθρα 168 και 184 του Ποινικού Κώδικα, τροποποιήσεις των σχετικών άρθρων του ν.4957/2022, καθώς και τροποποίηση, στο άρθρο 122 του νομοσχεδίου, της διάταξης για την ανώτατη διάρκεια φοίτησης και τις διαγραφές φοιτητών και φοιτητριών.
Με το νομοσχέδιο αυτό η κυβέρνηση ομολογεί την αποτυχία της δικής της πολυδιαφημισμένης πολιτικής στο υπερδιογκωμένο θέμα της «ανομίας στα δημόσια πανεπιστήμια». Επιπλέον, όμως, κινείται αυθαίρετα και με θεσμικά ολισθηρές ρυθμίσεις σε κατευθύνσεις διαφορετικές και πολιτικές αντίθετες από τις πραγματικές ανάγκες των δημόσιων πανεπιστημίων και κυρίως την ολοένα εντεινόμενη αγωνία σύσσωμης της ακαδημαϊκής κοινότητας για ουσιαστική αναβάθμιση τους.
Αρχικά, όπως διαρκώς επισημαίνουμε, ενώ οι πολιτικές για την εκπαίδευση απαιτούν ώριμο σχεδιασμό, πραγματικό διάλογο, επαρκή χρόνο ειλικρινών διαβουλεύσεων και ουσιαστικές συγκλίσεις για αναζήτηση σταθερών λύσεων, η κυβέρνηση δεν ακολούθησε ούτε αυτή τη φορά ουσιαστική διαδικασία διαβούλευσης κατά τη διάρκεια της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας. Κινήθηκε ακόμη μια φορά στη λογική, «πλειοψηφία έχουμε, ότι θέλουμε κάνουμε».
Όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά και η Οικονομική & Κοινωνική Επιτροπή της - ΟΚΕ (oke.gr), της οποίας η γνώμη ζητήθηκε επί του δημοσιευμένου στο opengov νομοσχεδίου χωρίς να υπάρχει καν αιτιολογική έκθεση, ο χρόνος που δόθηκε ήταν ανεπαρκής ενώ απαιτούνταν τουλάχιστον 15 εργάσιμες ημέρες. Η δε γνώμη της ΟΚΕ κατατέθηκε στη Βουλή, αλλά ειδικά για τις επίμαχες διατάξεις του Μέρους Γ δεν λήφθηκε υπόψη καμία απολύτως από τις παρατηρήσεις της.
Επιπλέον, η κυβέρνηση τροποποιεί ξανά και συμπληρώνει τους δικούς της νόμους για την ασφάλεια στα ΑΕΙ (ν. 4777/2021, ν. 4957/2022), νόμοι που αποδείχθηκαν εν τοις πράγμασι ανεφάρμοστα γονατογραφήματα. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση δεν έχει δημοσίως προβεί σε αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των νόμων αυτών, ούτε έχει τεκμηριώσει την αναγκαιότητα των νέων αλλαγών. Συνεπής με την απουσία ουσιαστικού διαλόγου, επιμένει στην ίδια ακριβώς λογική, ξανά με ασκήσεις επί χάρτου, αυτή τη φορά αντικαθιστώντας την περίφημη «πανεπιστημιακή αστυνομία» με «πανεπιστημιακή εισαγγελία».
Το πλέγμα των πειθαρχικών και ποινικών διατάξεων που εισάγονται με το νομοσχέδιο ορίζει ένα δυστοπικό θεσμικό πλαίσιο με ιδιώνυμα αδικήματα, με δυσανάλογες ποινές που παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, με αναστολή φοίτησης που παραβιάζει προδήλως το τεκμήριο της αθωότητας, με υποχρεωτική αναφορά αδικημάτων και με ποινικοποίηση της ελευθερίας του λόγου. Όλα αυτά τα στοιχεία θέτουν εύλογα ερωτήματα για τη συμβατότητα των εισαγόμενων ρυθμίσεων με το Σύνταγμα, αλλά και για τη νομική επάρκεια των συντακτών του. Ιδίως όταν με την προτεινόμενη προσθήκη της παρ. 5 στο άρθρο 184 Π.Κ. θα τιμωρείται η "παρότρυνση, υποκίνηση, ενθάρρυνση ή διευκόλυνση" πράξεων διατάραξης της ακαδημαϊκής λειτουργίας, ακόμη κι αν δεν επακολουθεί καμία τέτοια πράξη, ενώ το α.184 του Π.Κ. αρχικά τιμωρεί την πρόκληση ή διέγερση σε διάπραξη αδικήματος. Αφηρημένη διακινδύνευση της ελευθερίας του λόγου εντός των πανεπιστημιακών χώρων δεν νοείται. Με τις διατάξεις αυτές εισάγονται πολύ επικίνδυνα δαιμόνια που έρχονται από μακρινά δύσκολα χρόνια.
Αυτές οι νέες διατάξεις για την ασφάλεια που ποινικοποιούν ακόμη και τον λόγο, συνιστούν μια επικίνδυνη θεσμική υποβάθμιση και δεν συμβάλλουν στην προστασία του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, καθώς ανάλογα με την ερμηνευτική ελαστικότητα ή αυθαιρεσία της διοίκησης σε σχέση με νομικά ασαφείς όρους, όπως η «διατάραξη λειτουργίας» ή η «ανάρμοστη συμπεριφορά», θα επαπειλούνται πειθαρχικές και ποινικές διώξεις που θα περιορίζουν τη θεμιτή έκφραση διαμαρτυριών και εκδήλωση αντιδράσεων, ή ακόμη χειρότερα θα οδηγούν σε καθεστώς προληπτικής αυτολογοκρισίας.
Οι πραγματικά σοβαρές περιπτώσεις βίας και επιβολής στα δημόσια πανεπιστήμια, όπως και εκτός αυτών, δεν αντιμετωπίζονται με αυστηρότερες ποινές αλλά με αποτελεσματικότερη λειτουργία των διαδικασιών τάξης και απονομής δικαιοσύνης.
Η κυβέρνηση επικαλείται την ασφάλεια, αλλά εστιάζει μόνο σε θέματα παραβατικότητας, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα ζητήματα πολιτικής προστασίας. Επιλέγει την ποινική υπεραντίδραση, όχι λόγω της (ανύπαρκτης) έξαρσης φαινομένων βίας, αλλά για την καταστολή αντιδράσεων και για επικοινωνιακούς σκοπούς προβάλλοντας μια εικόνα αυστηρότητας, ενώ παράλληλα προωθεί εσπευσμένα την πανεπιστημιοποίηση των κολλεγίων χωρίς ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας ή ασφάλειας των εγκαταστάσεων.
Στο θέμα της λιμνάζουσας φοίτησης, αντί η κυβέρνηση να προχωρήσει χωρίς τυμπανοκρουσίες στην εκκαθάριση των μητρώων από ανενεργούς φοιτητές και φοιτήτριες και να επιτρέψει στα δημόσια πανεπιστήμια να ασκήσουν τον ρόλο που τους ανήκει για την αντιμετώπιση της φοιτητικής αποτυχίας, αρκείται, παγιδευμένη στις εντυπωσιοθηρικές αρχικές εξαγγελίες και αυτοδεσμεύσεις της περί διαγραφών, να τροποποιήσει μόνο αριθμητικά τον προηγούμενο νόμο της.
Όλες αυτές οι επιλογές, στο όνομα της τάξης και της ασφάλειας, όπως και οι προγενέστερες, είναι ασύμβατες με τον χαρακτήρα και τον ρόλο του δημόσιου πανεπιστημίου. Δυναμιτίζουν την πανεπιστημιακή ειρήνη, θα προκαλέσουν για άλλη μια φορά αχρείαστες εντάσεις και τελικά θα βλάψουν το δημόσιο πανεπιστήμιο. Η κατεύθυνση στην οποία κινείται η κυβερνητική πολιτική για τα δημόσια πανεπιστήμια είναι σταθερά λανθασμένη και πρέπει να αντιστραφεί όσο ακόμη είναι καιρός..
ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ΚΙΝΗΣΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΦΟΙΤΗΤΙΚΑ ΝΕΑ ΣΤΟ GOOGLE NEWS