Πανεπιστημιακοί: Η προηγούμενη τετραετία και τα ανοικτά ζητήματα για το ελληνικό πανεπιστήμιο

 

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

Η ΚΙΠΑΝ για την προηγούμενη τετραετία και τα ανοικτά ζητήματα για το ελληνικό πανεπιστήμιο

Η κυβερνητική τετραετία που έκλεισε, με την Νίκη Κεραμέως αμετακίνητη στο Υπουργείο Παιδείας, περιλαμβάνει μικρές και μεγάλες νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες παρά την προβολή τους ως σημαντικών και την αναστάτωση που προκάλεσαν, δεν έδωσαν απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματα των πανεπιστημίων.

Η πολιτική που ακολουθήθηκε ήταν άτολμη μπροστά στα σοβαρά προβλήματα, αδιάλλακτη όμως, χωρίς διάλογο για θεσμικές ρυθμίσεις, και με έμφαση στην επικοινωνιακή στόχευση.

Συγκεκριμένα, δεν αντιμετώπισε από την αρχή το θέμα των νεοπαγών τμημάτων, αμφίβολης βιωσιμότητας, που προήλθαν από την κατάργηση – πανεπιστημιοποίηση των ΤΕΙ, και στη συνέχεια δεν ακούμπησε το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων παλαιών και νέων τμημάτων. Η μόνη απόπειρα αναδιάταξης του πανεπιστημιακού χάρτη ήταν ανορθολογική (μετακίνηση τμημάτων ΔΙΠΑΕ) και ευτυχώς ανεπιτυχής, ενώ δεν δημιουργήθηκε πλαίσιο σχεδιασμού εκπαιδευτικής πολιτικής όπου θα εντάσσονται οι απαραίτητες αλλαγές.

Παρομοίως, η απαραίτητη μείωση των εισακτέων στα πανεπιστήμια, χωρίς την επίσης απαραίτητη και προαπαιτούμενη ενίσχυση της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης, επιβλήθηκε μέσω της ΕΒΕ (Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής). Αφέθηκε δηλαδή να διαμορφωθεί από την επιλογή των υποψηφίων, με κριτήριο την ελκυστικότητα των τμημάτων (για οικονομικούς ιδίως λόγους), άσχετα από το ακαδημαϊκό επίπεδό τους, και όχι με πολιτική απόφαση στο πλαίσιο μιας (ανύπαρκτης) εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Ενώ άλλαξε αμέσως τη διάταξη για το «άσυλο» (Ν.4623/2019), επαναφέροντας την πρακτική δυνατότητα επέμβασης της αστυνομίας, ενάμιση χρόνο μετά η υπουργός Παιδείας και ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη επινόησαν την ανάγκη ειδικού αστυνομικού σώματος για την τάξη στα πανεπιστήμια (Ν.4777/2021). Η πολιτική αυτή αρχικά υποστηρίχθηκε σθεναρά απέναντι στη σύσσωμη άρνηση της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά έχει αποτύχει στην πράξη και έχει πλέον σιωπηρά εγκαταλειφθεί, με τα εκατοντάδες νεοπροσληφθέντα μέλη των ΟΠΠΙ (Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων) να υπηρετούν σε άλλες αστυνομικές θέσεις. Στο μεταξύ όμως προκάλεσε μεγάλη και αχρείαστη ένταση και ακρότητες σε κεντρικά πανεπιστήμια, υποσκέλισε τα πραγματικά προβλήματα, και αφενός δυσφήμισε το πανεπιστήμιο, αφετέρου καλλιέργησε αντισυστημική νοοτροπία.

Ο νέος νόμος για τα πανεπιστήμια, που ετοιμάστηκε τον πρώτο χρόνο και εμφανιζόταν ως η πρώτη μεγάλη θεσμική παρέμβαση της κυβέρνησης, μετά από διετή δυστοκία, αντί να είναι ένας λιτός νόμος (πραγματικό πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ, όπως ζητάμε) κατέληξε να είναι ένας ογκώδης κώδικας όλης της υφιστάμενης νομοθεσίας (Ν.4957/2022), με προχειρότητες, υπερ-ρυθμίσεις αλλά και ελλείψεις. Οι κύριες αλλαγές είναι προβληματικές (συγκεντρωτική διοίκηση με αντιδημοκρατική εκλογή πρύτανη), ή σημειολογικές, χωρίς ευρεία εφαρμογή αλλά με απρόβλεπτες συνέπειες (πολυτυπία σπουδών και πτυχίων), ενώ πολλές προϊσχύουσες διατάξεις προβλήθηκαν ως νεωτερισμοί.

Αντίθετα, συνεπής και συστηματική ήταν η υποστήριξη των κολεγίων, με σειρά ευνοϊκών διατάξεων που παραμέρισαν περιορισμούς επαγγελματικής αναγνώρισης στους κατόχους των πτυχίων τους.

Οι αντιδράσεις δεν ήταν εξίσου συστηματικές, αλλά μάλλον συνθηματολογικές και διαπιστωτικές. Η περιεκτική και εμπεριστατωμένη εισήγησή μας για τα κολέγια υιοθετήθηκε από την ΠΟΣΔΕΠ, χωρίς ωστόσο να δοθεί συνέχεια.

Το νομοθετικό καθεστώς που διαμορφώθηκε για τα κολέγια, σε συνδυασμό με την πολυετή νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, καθιστούν τη νέα εξαγγελία για ιδιωτικά πανεπιστήμια ένα ιδεολογικό επικοινωνιακό πυροτέχνημα, όταν παράλληλα τα υπαρκτά ιδιωτικά «πανεπιστήμια» λειτουργούν κερδοσκοπικά και χωρίς έλεγχο ή πιστοποίηση, σε βάρος του δημόσιου πανεπιστημίου.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν πληγεί την περίοδο της κρίσης από την περικοπή της χρηματοδότησης και από το πάγωμα των προσλήψεων, που αποψίλωσε το προσωπικό, απειλώντας το επίπεδο των σπουδών με υπερβολικές αναλογίες διδασκόντων – φοιτητών και με γενίκευση των συμβασιούχων διδασκόντων πρόσκαιρης απασχόλησης. Την τετραετία αυτή δεν αντιστράφηκε η πορεία υποβάθμισης, καθώς δεν καλύπτονται οι ετήσιες αποχωρήσεις, δεν αναπληρώνονται οι χρόνιες ελλείψεις και δεν αυξήθηκε η χρηματοδότηση.

Για το ειδικό μισθολόγιο των καθηγητών, που υστερεί από τα άλλα ειδικά μισθολόγια από το 2008, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ (Οκτώβριος 2022), αλλά απέφυγε να πάρει θέση και ούτε καν δεσμεύτηκε προεκλογικά για την αποκατάσταση των αποδοχών τουλάχιστον στα επίπεδα του 2012, όπως ορίζεται στη νέα απόφαση.

Η νέα κυβερνητική θητεία και η αλλαγή υπουργού είναι ευκαιρία για αναθεώρηση των άγονων επιλογών, με πρώτη τον τρόπο εκλογής πρύτανη, και για αλλαγή τακτικής, με ενίσχυση της αυτοδιοίκησης, με ουσιαστικό διάλογο και συγκλίσεις επί των ανοικτών ζητημάτων και με διαμόρφωση των στρατηγικών κατευθύνσεων μέσα από θεσμικές διαδικασίες σε ένα Εθνικό Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης, με σκοπό την αναβάθμιση του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου.

Άμεσες αλλαγές για τα Συμβούλια Διοίκησης

Να σταματήσει η υποβάθμιση του Ελληνικού Δημόσιου Πανεπιστήμιου

Από την περίοδο ψήφισης του Ν.4957/2022 η Κίνηση Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης (ΚΙΠΑΝ) είχε ξεκάθαρα τοποθετηθεί για το ρόλο των Συμβουλίων Διοίκησης και τα προβλήματα που αυτά θα δημιουργήσουν. Τα Συμβούλια Διοίκησης του νέου θεσμικού πλαισίου έχουν την ευθύνη της καθημερινής λειτουργίας του ιδρύματος, ακόμα και αν μεταφέρουν στον πρύτανη αυξημένες αρμοδιότητες. Τα Συμβούλια Διοίκησης του Ν.4957/2022 δεν έχουν καμία σχέση με τα προγενέστερα Συμβούλια Ιδρύματος του Ν.4009/2011 ή τα Συμβούλια που υπάρχουν σε άλλα πανεπιστήμια του εξωτερικού, καθώς εκείνα ασχολούνται αποκλειστικά με τη στρατηγική του κάθε ιδρύματος και όχι την καθημερινή του λειτουργία. Τα Συμβούλια Διοίκησης που έχουμε μπορούν κατά μεγάλο μέρος, από άποψη αρμοδιοτήτων, να αντιστοιχηθούν με τα σημερινά πρυτανικά συμβούλια.

Όπως επισημάναμε, ο τρόπος συγκρότησης του Συμβουλίου, με τα εσωτερικά μέλη να εκλέγουν εξωτερικά, τα οποία στη συνέχεια συμμετέχουν στην εκλογή ενός εσωτερικού για πρύτανη, δημιουργεί το κατάλληλο πεδίο για την ανάπτυξη «συναλλαγών» αντί συγκλίσεων μεταξύ των εκλεγμένων εσωτερικών μελών, και οδηγεί εύκολα σε εκλογικά αδιέξοδα, όταν δεν υπάρχει σαφής πλειοψηφία. Αυτές οι ρυθμίσεις του νόμου ήταν επιλογή του Υπουργείου Παιδείας και επομένως αυτό έχει και την βασική ευθύνη που τα ιδρύματα οδηγούνται σε υποβάθμιση της ακαδημαϊκής τους λειτουργίας, παράγοντας δυστυχώς ακραίες μορφές πόλωσης και συναλλαγής μεταξύ εκλεγμένων εσωτερικών μελών των συμβουλίων διοίκησης.

Αυτό ήδη έχει συμβεί σε σημαντικό αριθμό πανεπιστημίων, με τελευταίο παράδειγμα το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, το οποίο οδηγήθηκε στην επιλογή των εξωτερικών μελών από τη Σύγκλητο.

Ακόμη και η συγκρότηση Συμβουλίου στο ΕΚΠΑ, η οποία εμφανίστηκε σαν παράδειγμα σύγκλισης, καθώς οι δύο υποψήφιοι πρυτάνεις συμφώνησαν στην εκλογή των εξωτερικών μελών, αποτελεί στην πραγματικότητα δείγμα ακραίας συναλλαγής και χειραγώγησης του Συμβουλίου.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, τα οποία κανείς δεν διέψευσε, η επιλογή των εξωτερικών μελών έγινε μετά από συμφωνία για το πρόσωπο του πρύτανη, και συμφωνήθηκε επίσης ο έτερος πόλος-υποψήφιος πρύτανης, να έχει δικής του επιλογής αντιπρυτάνεις και δικής του επιλογής εκτελεστικό διευθυντή! Εύλογα μπορεί κανείς στην περίπτωση αυτή να αναρωτηθεί τα ακόλουθα:

• Τα πρόσωπα που εκλέγονται ως εξωτερικά μέλη τι κύρος μπορεί να έχουν σε ένα τόσο καθοριστικής σημασίας όργανο, όταν εκτός από τον πρύτανη, και ο εκτελεστικός διευθυντής έχει προαποφασιστεί από τα εσωτερικά μέλη, πριν ακόμη εκδοθεί η προκήρυξη της θέσης, όπως προβλέπει ο νόμος;

• Ποια πρόσωπα με κύρος επιστημονικό και κοινωνικό, και με τι βλέψεις και φιλοδοξίες αποδέχονται να παίξουν αυτό το ρόλο;

Στο ΑΠΘ, που οδηγείται σε νέες εκλογές εσωτερικών μελών μετά το καλοκαίρι, το αδιέξοδο ήταν αναμενόμενο, από τη στιγμή που 4 από τα 6 εσωτερικά μέλη ήταν υποψήφιοι πρυτάνεις. Δεν κατάφεραν να αρθούν πάνω από τις προσωπικές τους επιδιώξεις, στο μέγεθος της ευθύνης που ανέλαβαν εκλεγόμενοι, προς όφελος του ιδρύματος. Προτάσεις που υποστηρίξαμε, όπως η συμβουλευτική ψηφοφορία όλων των μελών ΔΕΠ για τα εξωτερικά μέλη, με το αποτέλεσμα να δεσμεύει τα εσωτερικά μέλη, θα έδιναν ένα πιο δημοκρατικό χαρακτήρα και θα αναιρούσαν το πλαίσιο της συναλλαγής, αλλά δεν έγιναν δεκτές. Άλλες προτάσεις που κατατέθηκαν, στη λογική της πρακτικής υπέρβασης του αδιεξόδου, επίσης δεν προχώρησαν.

Είναι προφανής και αναμφισβήτητη η αποτυχία του θεσμού των Συμβουλίων Διοίκησης του Ν.4957/2022, ο οποίος δεν προάγει συγκλίσεις και δεν αποτελεί κανενός είδους θεσμικό αντίβαρο, εξαιτίας του τρόπου συγκρότησής του και των αρμοδιοτήτων του.

Καλούμε τον νέο Υπουργό Παιδείας, ο οποίος, όπως δημοσιεύεται, σκοπεύει να κάνει «τροποποιήσεις στο νόμο πλαίσιο όπου διαπιστώθηκε ότι απαιτούνται», α) να επαναφέρει την εκλογή πρύτανη απευθείας από τα μέλη ΔΕΠ και β) να τροποποιήσει ανάλογα τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου, ώστε να έχει εποπτικό και όχι εκτελεστικό ρόλο.

ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ της ΚΙΝΗΣΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ

Δείτε ΕΔΩ όλα τα τελευταία Φοιτητικά Νέα.