Επιστολή της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών προς την Υπουργό Παιδείας για τις επικείμενες αλλαγές

Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών: Οι θέσεις του Δ.Σ. του Συλλόγου της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ επί των προτεινομένων αλλαγών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση όπως αυτές παρουσιάζονται στην επιστολή της υπουργού και του υφυπουργού του ΥΠΕΠΘ της 6ης Σεπτεμβρίου 2019.

Η επιστολή έχει ώς εξής:

Προς

την υπουργό κα Νίκη Κεραμέως

τον υφυπουργό κ. Βασίλη Διγαλάκη

Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων

Θέμα: Θέσεις του Δ.Σ. του Συλλόγου Διδακτικού Προσωπικού της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ επί των προτεινομένων αλλαγών του ΥΠΕΠΘ για την τριτοβάθμια εκπαίδευση όπως αυτές αναφέρονται στην επιστολή της υπουργού και του υφυπουργού της 6ης Σεπτεμβρίου 2019

Αξιότιμη κα υπουργέ,

Αξιότιμε κ. υφυπουργέ,

Το Δ.Σ. του Συλλόγου Διδακτικού Προσωπικού της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ συνήλθε εκτάκτως, σε απαρτία στις 10/09/2019 προκειμένου να συζητήσει και να εκφράσει τις θέσεις του σχετικά με τις θεματικές ενότητες της επερχόμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης όπως αυτές παρουσιάζονται στην επιστολή σας της 6ης Σεπτεμβρίου 2019 που προωθήθηκε στα μέλη ΔΕΠ από τον πρύτανη κ. Α. Δημόπουλο.

Το Δ.Σ. συζήτησε διεξοδικά για τις προτεινόμενες αλλαγές, για τις περισσότερες από τις οποίες, στην επιστολή σας, δεν δίνονται επαρκείς πληροφορίες και δεν λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των Σχολών όπως αυτές των Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών, και της Φιλοσοφικής Σχολής.

Σε απάντηση της πρόσκλησής σας για διάλογο, το Δ.Σ. επισημαίνει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για επικείμενες αλλαγές στο χώρο της Ανώτατης εκπαίδευσης θα πρέπει να είναι :

• Η δημιουργία ενός γενικότερου και σταθερού νομικού και θεσμικού πλαισίου για την εκπαίδευση όλων των βαθμίδων προκειμένου να μην υπάρχει μερική και

αποσπασματική αντιμετώπιση των προβλημάτων του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

• Η επαρκής χρηματοδότηση, από την Πολιτεία, του Δημόσιου Πανεπιστημίου ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία και εξέλιξή του, όπως άλλωστε προκύπτει από το ισχύον Σύνταγμα της χώρας μας.

• Η εξασφάλιση κατάλληλων χώρων και υλικοτεχνικής υποδομής και στήριξης, ‘ώστε απρόσκοπτα να διεξάγονται οι ερευνητικές διαδικασίες.

• Η άμεση κάλυψη των κενών θέσεων μελών ΔΕΠ και γενικότερα η επαρκής στελέχωση του διδακτικού προσωπικού των πανεπιστημίων που έχουν υποστεί μείωση περίπου 50%.

• Η βελτίωση των μισθολογικών αποδοχών των Πανεπιστημιακών οι οποίες, σύμφωνα και με δήλωση του Πρωθυπουργού, έχουν υποστεί δραματική μείωση και δεν αντιστοιχούν στο λειτούργημα το οποίο επιτελούν έτσι ώστε εκείνοι να εκτελούν απρόσκοπτα τα καθήκοντά τους.

• Η στήριξη του αυτοδιοίκητου του Πανεπιστημίου με σεβασμό των αποφάσεων της Διοίκησης και των συλλογικών οργάνων του.

Ειδικότερα οι θέσεις μας για τις επιμέρους προτεινόμενες αλλαγές είναι:

1ο Αποτελεσματικότεροι θεσμοί διοίκησης

• Είμαστε αντίθετοι με τη δημιουργία ενός ακόμη επιπέδου γραφειοκρατίας στο ήδη, άκρως περιοριστικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο κινούνται τα Ανώτατα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα. Τα Συμβούλια Ιδρύματος σε πλείστες των περιπτώσεων δεν λειτούργησαν ικανοποιητικά αποτελώντας τροχοπέδη στην προσπάθεια ανάπτυξης των Ιδρυμάτων. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ΣΙ του ΕΚΠΑ) Ως εκ τούτου, μας βρίσκει αντίθετους η προσπάθεια επαναφοράς των Συμβουλίων Διοίκησης.

• Προϋπόθεση της διαβούλευσης για το αν πρέπει να οριστεί Γενικός Γραμματέας είναι να προσδιοριστούν πρώτα οι αρμοδιότητες μιας τέτοιας θέσης και να αιτιολογηθεί ο θεσμικός ρόλος του.

2ο Οικονομική Διαχείριση και Προσέλκυση επιπλέον πόρων

• Είμαστε θετικοί στην αξιολόγηση των Πανεπιστημίων με την προϋπόθεση να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε Σχολής και Τμήματος. Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικούς δείκτες σύμφωνα με τη φύση των προγραμμάτων σπουδών, να αξιολογεί τα μαθησιακά και τα ποιοτικά αποτελέσματα και όχι τα ποσοτικά.

• Επιπλέον η αξιολόγηση θα πρέπει να έχει επιβραβευτικό και όχι τιμωρητικό χαρακτήρα. Η σύνδεση αξιολόγησης και λειτουργίας των ΠΠΣ δίνει έμμεσα το δικαίωμα παρέμβασης της πολιτείας στη λειτουργία των Ιδρυμάτων καταργώντας με αυτό τον τρόπο την έννοια του αυτοδιοίκητου των Πανεπιστημίων.

• Το Δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να λειτουργεί δημοσία δαπάνη. Είμαστε θετικοί στη διασύνδεσή του με την αγορά εργασίας, όπου αυτό είναι εφικτό και ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γνωστικών αντικειμένων, και στην αναζήτηση επιπλέον πόρων. Όμως η εύρεση επιπλέον πόρων δεν μπορεί να συνδέεται, ούτε να αντικαθιστά την υποχρέωση της Πολιτείας για την χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, όπως προκύπτει από το Σύνταγμα.

3ο Αξιολόγηση και Πιστοποίηση της Ποιότητας

• Ενίσχυση της Διοικητικής υποστήριξης από τη ΜΟΔΙΠ στα Τμήματα. Ενώ η αξιολόγηση καθίσταται υποχρεωτική, η συνεχής αποψίλωση των Ιδρυμάτων από ανθρώπινο δυναμικό επιβαρύνει δυσανάλογα τα μέλη ΔΕΠ που υποχρεούνται τελικά να συμπληρώνουν αμέτρητους ποσοτικούς στατιστικούς καταλόγους χωρίς την ανάλογη διοικητική υποστήριξη και χωρίς την ύπαρξη μιας καθοδηγητικής μονάδας.

• Οποιαδήποτε συνένωση, κατάτμηση ή κατάργηση Τμημάτων θα πρέπει να γίνεται με βάση παιδαγωγικά κριτήρια και στο πλαίσιο ενός πολυετούς προγραμματισμού του Ιδρύματος χωρίς δυνατότητα, έμμεσης ή άμεσης, παρέμβασης της Πολιτείας .

4ο Προγράμματα Σπουδών

• Συμφωνούμε γενικά με δυνατότητα δημιουργίας ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων, την απελευθέρωση των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών, την ενίσχυση των θερινών/χειμερινών προγραμμάτων, την ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων εξ αποστάσεως, και την ενίσχυση του θεσμού της πρακτικής άσκησης.

Ωστόσο θα πρέπει να δοθούν από το ΥΠΕΠΘ διευκρινίσεις σχετικά με το ρόλο και τη θέση τους στο εκπαιδευτικό μας σύστημα καθώς και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους.

• Η καθιέρωση ανώτατου χρονικού ορίου ολοκλήρωσης των προπτυχιακών σπουδών ν +2 κρίνεται ασφυκτική. Θα πρέπει να προσδιοριστούν οι κατηγορίες των φοιτητών-τριών που θα μπορούν να κάνουν χρήση παράτασης του ορίου. 

5ο Λοιπά θέματα

• Η καθιέρωση ελάχιστης βάσης εισαγωγής στα Ανώτατα ιδρύματα αποτελεί αποσπασματική αντιμετώπιση ενός προβλήματος που πρέπει να σχετιστεί με την αναβάθμιση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η καθιέρωση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής ακυρώνει την αξία του απολυτηρίου Λυκείου που δίνει πρόσβαση στους απόφοιτους Ελληνικού Λυκείου στα Ανώτατα ιδρύματα της Ε.Ε. και πολλών άλλων χωρών του εξωτερικού. Οι απορριφθέντες, λόγω ελάχιστης βάσης εισαγωγής αλλά κάτοχοι απολυτηρίου Β’βάθμιας εκπαίδευσης, ωθούνται είτε στα ιδιωτικά κολλέγια (τα οποία, σε πολλές περιπτώσεις, πλέον προσφέρουν κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα) είτε σε Πανεπιστημιακά Ιδρύματα του εξωτερικού τα οποία δέχονται φοιτητές μόνο με απολυτήριο λυκείου.

Επομένως, το πρόβλημα του χαμηλού γνωστικού επιπέδου των αποφοίτων Β’ βάθμιας εκπαίδευσης θα πρέπει να αντιμετωπιστεί πρωτίστως κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

• Το θεσμικό πλαίσιο για τη στέγαση και σίτιση των φοιτητών-τριών θα πρέπει να εφαρμοστεί σύμφωνα με το υπάρχον νομικό πλαίσιο, ώστε να μην παρατηρούνται φαινόμενα ανομίας και κατάχρησης των παροχών. Επίσης θα πρέπει να συμπεριλάβει τους φοιτητές της εσωτερικής και της διεθνούς κινητικότητας.

Δείτε ΕΔΩ όλα τα τελευταία Φοιτητικά Νέα.

Φοιτητικά Νέα/Foititikanea.gr