Μύθοι και Αλήθειες για το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ)

Καθηγητής Νικόλαος Καραμπετάκης Τμήμα Μαθηματικών, Α.Π.Θ.

Το παρόν κείμενο απευθύνεται κυρίως στους φοιτητές του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) και προσπαθεί να κάνει μια σύγκριση στον τρόπο επιλογής των διδασκόντων του Ε.Α.Π. σε σχέση με τα υπόλοιπα πανεπιστήμια της χώρας. Το Ε.Α.Π. ιδρύθηκε το 1992 αλλά ουσιαστικά λειτούργησε με τον νόμο 2552 το 1997 (ΦΕΚ 266/24-12-1997). Αποτελεί έναν σημαντικό θεσμό, που ήρθε να δώσει ευκαιρίες σε όσους για διάφορους λόγους δεν είχαν την δυνατότητα να σπουδάσουν και πλέον μπορούν να το κάνουν από το σπίτι τους. Επίσης δίνει την ευκαιρία σε πολλούς πτυχιούχους που εργάζονται και δεν μπορούν να παρακολουθήσουν δια ζώσης μεταπτυχιακά προγράμματα να το κάνουν από το σπίτι τους. Τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, το Ε.Α.Π. είχε πολύ μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό. Οι υποψήφιοι φοιτητές ήταν πολλαπλάσιοι των θέσεων (σε προπτυχιακά αλλά και μεταπτυχιακά προγράμματα), ενώ το πλήθος των μελών Δ.Ε.Π. που ήθελε να εργαστεί στο Ε.Α.Π. ήταν πολύ μικρό, σε αντίθεση με σήμερα όπου οι αναλογίες έχουν αλλάξει. Υπάρχουν λίγοι υποψήφιοι φοιτητές, πολλές φορές κάτω από τον αριθμό των θέσεων, ενώ υπάρχει πληθώρα υποψήφιων διδασκόντων. Αυτό ίσως οδήγησε και στο άνοιγμα του Ε.Α.Π. σε όλους αποκτώντας την πραγματική του φύση «Ανοικτό». Οι κύριοι λόγοι της αλλαγής αυτής πιστεύω ότι είναι καθαρά οικονομικής φύσης, μιας και ο υποψήφιος φοιτητές δεν διαθέτει πια τις οικονομικές δυνατότητες για σπουδές στο ΕΑΠ αλλά και τον κατάλληλο χρόνο (λόγω υπερπασχόλησης), ενώ οι πάσης φύσης αποδοχές στο Δημόσιο (για καθηγητές) έχουν μειωθεί δραματικά. Το Ε.Α.Π. παρόλα αυτά παρέχει ισοδύναμους τίτλους σπουδών με τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της χώρας και αυτό θα πρέπει να είναι ένα σημαντικό κίνητρο για τους υποψήφιους φοιτητές του. Παρακάτω θα ήθελα να θέσω κάποια στοιχεία που αφορούν το Ε.Α.Π. για τα οποία ίσως υπάρχει μια στρεβλή εντύπωση, υπό την μορφή μύθου ή αλήθειας.

Το Ε.Α.Π. είναι αυτοδύναμο και αυτοδιοίκητο όπως όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας.

Μύθος (την παρούσα στιγμή). Το Ε.Α.Π. παρόλα τα χρόνια λειτουργίας του (1997-2017),  δεν έχει καταφέρει να συγκεντρώσει τον απαραίτητο αριθμό διδακτικού προσωπικού, ώστε να είναι αυτοδύναμο. Δυστυχώς οι μόνιμοι καθηγητές του δεν είναι αυτοί που παίρνουν αποφάσεις για το μέλλον του Πανεπιστημίου στο οποίο εργάζονται, όπως συμβαίνει σε όλα τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της χώρας με ότι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον του ίδιου του Πανεπιστημίου. Υπάρχει μια Διοικούσα Επιτροπή αποτελούμενη από επτά (7) μέλη προερχόμενα από άλλα Πανεπιστήμια τα οποία διορίζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση με ότι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον του Πανεπιστήμιου.

Το διδακτικό προσωπικό στο Ε.Α.Π. και στα υπόλοιπα Πανεπιστήμια έχουν τα ίδια καθήκοντα.

Μύθος. Στα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της χώρας, έχουμε Ερευνητικό και Διδακτικό Προσωπικό (Δ.Ε.Π.) το οποίο έχει ως κύρια απασχόληση την έρευνα αλλά και την εβδομαδιαία διδασκαλία σε ακροατήρια φοιτητών. Οι εκλογές και εξελίξεις προσωπικού βασίζονται καθαρά σε αυτά τα ακαδημαϊκά κριτήρια και όχι σε άλλα «κοινωνικά» κριτήρια διασφαλίζοντας την ποιότητα των σπουδών τους. Το Ε.Α.Π. έχει ένα «εξαιρετικά μικρό» αριθμό μελών Δ.Ε.Π. (44) σε σχέση με το μέγεθος του (πλήθος φοιτητών : 45.040 ενεργοί φοιτητές) παρά τα 20 χρόνια λειτουργίας του. Ο εξαιρετικά αυτός μικρός αριθμός μελών Δ.Ε.Π. δεν του δίνει την αυτοδυναμία που πάντα αποζητούσαν τα μέλη του και συνεπώς όλα τα χρόνια αυτά διοικείται από την εκάστοτε Διοικούσα Επιτροπή. Ποιοι λοιπόν συμμετέχουν στην επιμόρφωση των φοιτητών, εφόσον οι μόνιμοι καθηγητές του είναι τόσο λίγοι ; Το διδακτικό υλικό που είναι φτιαγμένο ειδικά για προγράμματα εξ’ αποστάσεως εκπαίδευσης αλλά και το Συμβουλευτικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό (Σ.Ε.Π.) το οποίο απαριθμεί στα 1500-2000 μέλη. Τα μέλη Σ.Ε.Π. σε αντίθεση με τα μέλη Δ.Ε.Π., έχουν περισσότερο καθοδηγητικό-συμβουλευτικό ρόλο κάνοντας χρήση μεθόδων εξ αποστάσεως εκπαίδευσης,  μιας και πλέον δεν υπάρχει εβδομαδιαία διδασκαλία, παρά 4-6 δια ζώσης συναντήσεις τον χρόνο με άλλο χαρακτήρα. Μάλιστα το Ε.Α.Π. έχει δημιουργήσει συγκεκριμένη Θεματική Ενότητα (διάρκειας 10 μηνών) για την επιμόρφωση όσων ενδιαφέρονται να εντρυφήσουν στον ειδικό αυτό τύπο εκπαίδευσης. Αν με ρωτήσετε πόσα από τα υπάρχοντα μέλη Σ.Ε.Π. έχουν τελειώσει αυτή την θεματική ενότητα, θα σας απαντήσω βάσει προσωπικής εκτίμησης, πάρα πολύ λίγοι.

Οι επιτροπές που επιλέγουν το συμβουλευτικό εκπαιδευτικό προσωπικό είναι ειδικοί στο γνωστικό αντικείμενο της εκάστοτε θέσης.

Μύθος (την παρούσα στιγμή). Σε όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας, όταν έχουμε μια διαδικασία εξέλιξης ή διορισμού εκπαιδευτικού προσωπικού (μόνιμου ή έκτακτου), ορίζουμε τριμελή εισηγητική επιτροπή του ιδίου γνωστικού αντικειμένου με την προκηρυχθείσα θέση, με σαφή αιτιολόγηση. Η έλλειψη σαφούς αιτιολόγησής της συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας εκλογής και της σχετικής πράξης διορισμού. Ισχύει κάτι τέτοιο όμως για το Ε.Α.Π.; Η απάντηση είναι ότι όσο το ΕΑΠ δεν είναι αυτοδύναμο (δηλαδή όλα τα χρόνια λειτουργίας του), βάσει νομοθεσίας το ένα από τα τρία πρόσωπα που συμμετέχει στην τριμελή επιτροπή αξιολόγησης είναι μέλος της Διοικούσας Επιτροπής ακόμα και αν δεν είναι του ιδίου γνωστικού αντικειμένου. Συνεπώς η απάντηση στο ερώτημα αν οι κρίσεις γίνονται από ειδικούς, είναι όχι όπως στα υπόλοιπα Πανεπιστήμια, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.

Οι αξιολογήσεις στις οποίες προβαίνουν κάθε χρόνο οι φοιτητές, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανανέωση του διδακτικού προσωπικού.

Ναι και Όχι. Η αξιολόγηση που έχει εισαχθεί σε όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας αποτελεί έναν ουσιαστικό θεσμό για την αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών στην χώρα μας και θα πρέπει όλοι οι φοιτητές να τον στηρίξουν γιατί με τον τρόπο αυτό θα αναβαθμίσουν τα πτυχία τους. Ποιον ρόλο όμως έπαιξε η αξιολόγηση που κάνατε τα τελευταία χρόνια στην πρόσληψη διδασκόντων στο ΕΑΠ; Ο μέσος όρος της βαθμολογίας που είχε συγκεντρώσει τα τελευταία 5 χρόνια από τις αξιολογήσεις των φοιτητών του το υπάρχον μέλος Σ.Ε.Π., έπαιρνε ως μέγιστο βαθμό το 10 σε σύνολο 120 μορίων. Το παράδοξο, κατά την προσωπική μου πάντα άποψη που όμως εκφράζει και τις απόψεις πολλών άλλων, είναι ότι τέθηκε ένα επιπλέον κριτήριο το οποίο ονομάστηκε «διαθεσιμότητα» και το οποίο έδινε 20 το πολύ μόρια σε κάθε υποψήφιο (έναντι 10 της αξιολόγησης σας). Έχοντας πλέον δεδομένα στα χέρια του ο κάθε υποψήφιος μπορεί κάλλιστα να παρατηρήσει ότι υποψήφιοι με χαμηλότερη αξιολόγηση από τους φοιτητές, θεωρούνται πολύ πιο «διαθέσιμοι» σε αυτούς. Δεύτερο παράδοξο είναι ότι αν κάποιος δεν είχε ποτέ συμβουλευτικό ρόλο στο ΕΑΠ, είχε και αυτός βαθμό αξιολόγησης από τους φοιτητές. Πως ; Με κάποιον «εικονικό» τρόπο. Λαμβάνοντας υπόψη τον μέσο όρο άλλων παραγόντων, όπως την έρευνα κ.α.. Πλέον όλα τα Πανεπιστήμια διαθέτουν Μονάδες Διασφάλισης Ποιότητας (Μο.Δι.Π.) οι οποίες θα μπορούσαν να προμηθεύσουν (εφόσον τους ζητηθεί) τους υποψηφίους με την αντίστοιχη βαθμολογία που είχαν σε κάθε Ίδρυμα που υπηρέτησαν, ακόμα και αν δεν είχαν διδάξει ποτέ στο Ε.Α.Π.. Φυσικά η αξιολόγηση αυτή αφορά διακριτούς ρόλους (ΣΕΠ – ΔΕΠ), όπως αναφέραμε παραπάνω. Αν κάποιος δεν έχει διδακτική εμπειρία δεν θα έπρεπε καν να λάβει βαθμολογία στο κριτήριο που έχει σχέση με την αξιολόγηση των φοιτητών. Τέλος στο Ε.Α.Π. υπάρχει σχετική αξιολόγηση και για το εκπαιδευτικό υλικό. Και όμως υπάρχει θεματική ενότητα στην οποία το διδακτικό υλικό που δημιουργήθηκε από τα υπάρχοντα μέλη ΣΕΠ πήρε πολύ καλύτερες αξιολογήσεις από το υπάρχον υλικό, αλλά όλα τα μέλη ΣΕΠ που το δημιούργησαν βρίσκονται σήμερα εκτός Ε.Α.Π.. Συνεπώς η απάντηση στο ερώτημα αν οι αξιολογήσεις σας έπαιξαν σημαντικό ρόλο, είναι «όχι απαραίτητα».

Παίζει σημαντικό ρόλο η εμπειρία στην κατάληψη μιας θέσης.

Ναι και Όχι. Σε όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας, μετράει θετικά η διδακτική εμπειρία στο γνωστικό αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης. Στο Ε.Α.Π., ένα από τα κριτήρια επιλογής στις θέσεις μελών Σ.Ε.Π., ήταν η «διδακτική εμπειρία» με 10 μόρια το μέγιστο. Μόνο που στις θέσεις αυτές προσλαμβάνεται «συμβουλευτικό» εκπαιδευτικό προσωπικό και θα έπρεπε να λαμβάνεται αυτή η εμπειρία θετικά. Ισχύει όμως κάτι τέτοιο στο Ε.Α.Π. ; Η Διοικούσα Επιτροπή θέσπισε δύο «αντιφατικά» κριτήρια : α) το κριτήριο της Εμπειρίας στην Εξ’ Αποστάσεως Εκπαίδευση που παίρνει 15 μόρια και β) το κριτήριο της «αρνητικής» μοριοδότησης για τα υπάρχοντα μέλη ΣΕΠ. Αυτός που δεν έχει εμπειρία στο Ε.Α.Π. παίρνει 20 μόρια, ενώ αυτός που έχει χ χρόνια προϋπηρεσίας παίρνει 20-χ μόρια (με μέγιστο χ το 15). Ο νόμος δίνει το δικαίωμα στην Διοικούσα Επιτροπή του Ε.Α.Π. να δημιουργεί κριτήρια κατάταξης, αλλά θα πρέπει τα κριτήρια αυτά να ελέγχονται ως προς την αντισυνταγματικότητα τους από τις Νομικές Υπηρεσίες του Κράτους στο κατά πόσο δηλαδή δίνουν ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες πρόσβασης στους πολίτες αυτής της χώρας. Κατανοώ απόλυτα ότι το σκεπτικό που κρύβεται πίσω από το κριτήριο αυτό είναι κοινωνικής φύσης, όπως θα ήταν κοινωνικής φύσης και το να περνούν όλοι με κοινωνικά προβλήματα στα Πανεπιστήμια, αλλά θα έδινε αυτό ίσες ευκαιρίες σε όλους τους υποψήφιους ;

Πιστεύω ότι η Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας (Α.Δι.Π.), ο Συνήγορος του Πολίτη αλλά και η Νομική Εξουσία του Κράτους (όχι η Πολιτική) πρέπει να αναζητήσουν απαντήσεις στο κατά πόσο διασφαλίζεται η συνταγματικότητα όλων των ενεργειών της Διοικούσας Επιτροπής του Ε.Α.Π. που έθιξα παραπάνω και να ενεργήσουν αδέσμευτα, υπακούοντας στο νόμο και τη συνείδηση τους. Κλείνοντας θα ήθελα να διαβεβαιώσω τους φοιτητές του Ε.Α.Π., βλέποντας τις λίστες κατάταξης, ότι δεν πρέπει να ανησυχούν, μιας και πολλοί άξιοι συνάδελφοι αναλάβανε θέσεις μελών Σ.Ε.Π. στο Ε.Α.Π.. Η μικρή μας Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικούς επιστήμονες που κάνουν καταπληκτική δουλειά. Απλά εχθρός του καλού είναι πάντα το καλύτερο, που πρέπει να κυνηγάμε καθημερινά στη ζωή όλοι μας, για να κάνουμε αυτή την μικρή Ελλάδα να έχει μια ξεχωριστή θέση στον κόσμο δίνοντας καθημερινά τις προσωπικές μας μάχες σε ότι δουλειά και αν κάνουμε.

Καθηγητής Νικόλαος Καραμπετάκης Τμήμα Μαθηματικών, Α.Π.Θ.

Πηγή: esos.gr