Τα ελληνικά Πανεπιστήμια, τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.
Η δημόσια χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, ενώ οι ανθρώπινοι πόροι τους μειώνονται συνεχώς με την συνταξιοδότηση του εκπαιδευτικού και του διοικητικού προσωπικού, το οποίο δεν ανανεώνεται.


Συγχρόνως με την υποστελέχωση που αντιμετωπίζουν σήμερα τα Πανεπιστήμια, οι διορισμοί νέου προσωπικού παραμένουν παγωμένοι, ενώ σημαντικός αριθμός διοικητικών υπαλλήλων τίθεται σε διαθεσιμότητα, χωρίς να διασφαλίζεται η επιστροφή τους στα Ιδρύματα. Η Σύνοδος Πρυτάνεων διαπιστώνει σημαντικές ελλείψεις ακαδημαϊκού και διοικητικού προσωπικού σε όλα τα Πανεπιστήμια, γεγονός που δυσχεραίνει την εύρυθμη λειτουργία τους. Απαιτείται η άμεση λήψη μέτρων, όπως:
1. Άμεση προκήρυξη των θέσεων μελών ΔΕΠ που εκκρεμούν στο Υπουργείο.
2. Άμεση επίλυση των διαδικαστικών ζητημάτων για την πρόσληψη Έκτακτου Εκπαιδευτικού Προσωπικού.
3. Άμεσος διορισμός των εκλεγμένων μελών ΕΤΕΠ και ΕΔΙΠ που εκκρεμούν στο Υπουργείο.
4. Άμεση κάλυψη των κενών θέσεων στις διοικητικές υπηρεσίες.


Η Σύνοδος Πρυτάνεων διαπιστώνει ότι το πρόβλημα της διαθεσιμότητας και πιθανής απόλυσης διοικητικού προσωπικού καθιστά τη λειτουργία ορισμένων Ιδρυμάτων πρακτικά αδύνατη. Από τις εξελίξεις γίνεται ολοένα και πιό ξεκάθαρο ότι η απαίτηση για απόλυση υπαλλήλων στα Πανεπιστήμια δεν ήταν απαραίτητη ούτε και αιτιολογημένη, ενώ ο καθορισμός του αριθμού των υπαλλήλων έγινε με αυθαίρετα κριτήρια χωρίς να προηγηθεί μελέτη των αναγκών των Πανεπιστημίων και των στοιχείων που είχαν καταθέσει. Ζητείται να τηρηθούν τα υπεσχημένα από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης και να επανέλθουν όλοι οι υπάλληλοι που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα στη θέση τους.
Η Σύνοδος των Πρυτάνεων διαπιστώνει ότι κατά την εφαρμογή του νόμου 4250/2014 για την αξιολόγηση του προσωπικού στις διοικητικές υπηρεσίες των Πανεπιστημίων, εμφανίζονται σημαντικά προβλήματα. Συγκεκριμένα, οι διευθύνσεις και τα τμήματα των ΑΕΙ είναι κατά κανόνα μικρά και σε αρκετές περιπτώσεις διάσπαρτα σε διαφορετικές πόλεις ή νησιά, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η εφαρμογή των ποσοστών που προβλέπονται. Επιπλέον, οι διοικητικές υπηρεσίες έχουν αποδυναμωθεί δραματικά με τις αθρόες και πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, την ανυπαρξία νέων προσλήψεων και τα Τα ελληνικά Πανεπιστήμια, τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.


Η δημόσια χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, ενώ οι ανθρώπινοι πόροι τους μειώνονται συνεχώς με την συνταξιοδότηση του εκπαιδευτικού και του διοικητικού προσωπικού, το οποίο δεν ανανεώνεται.


Συγχρόνως με την υποστελέχωση που αντιμετωπίζουν σήμερα τα Πανεπιστήμια, οι διορισμοί νέου προσωπικού παραμένουν παγωμένοι, ενώ σημαντικός αριθμός διοικητικών υπαλλήλων τίθεται σε διαθεσιμότητα, χωρίς να διασφαλίζεται η επιστροφή τους στα Ιδρύματα. Η Σύνοδος Πρυτάνεων διαπιστώνει σημαντικές ελλείψεις ακαδημαϊκού και διοικητικού προσωπικού σε όλα τα Πανεπιστήμια, γεγονός που δυσχεραίνει την εύρυθμη λειτουργία τους. Απαιτείται η άμεση λήψη μέτρων, όπως:
1. Άμεση προκήρυξη των θέσεων μελών ΔΕΠ που εκκρεμούν στο Υπουργείο.
2. Άμεση επίλυση των διαδικαστικών ζητημάτων για την πρόσληψη Έκτακτου Εκπαιδευτικού Προσωπικού.
3. Άμεσος διορισμός των εκλεγμένων μελών ΕΤΕΠ και ΕΔΙΠ που εκκρεμούν στο Υπουργείο.
4. Άμεση κάλυψη των κενών θέσεων στις διοικητικές υπηρεσίες.


Η Σύνοδος Πρυτάνεων διαπιστώνει ότι το πρόβλημα της διαθεσιμότητας και πιθανής απόλυσης διοικητικού προσωπικού καθιστά τη λειτουργία ορισμένων Ιδρυμάτων πρακτικά αδύνατη. Από τις εξελίξεις γίνεται ολοένα και πιό ξεκάθαρο ότι η απαίτηση για απόλυση υπαλλήλων στα Πανεπιστήμια δεν ήταν απαραίτητη ούτε και αιτιολογημένη, ενώ ο καθορισμός του αριθμού των υπαλλήλων έγινε με αυθαίρετα κριτήρια χωρίς να προηγηθεί μελέτη των αναγκών των Πανεπιστημίων και των στοιχείων που είχαν καταθέσει. Ζητείται να τηρηθούν τα υπεσχημένα από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης και να επανέλθουν όλοι οι υπάλληλοι που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα στη θέση τους.
Η Σύνοδος των Πρυτάνεων διαπιστώνει ότι κατά την εφαρμογή του νόμου 4250/2014 για την αξιολόγηση του προσωπικού στις διοικητικές υπηρεσίες των Πανεπιστημίων, εμφανίζονται σημαντικά προβλήματα. Συγκεκριμένα, οι διευθύνσεις και τα τμήματα των ΑΕΙ είναι κατά κανόνα μικρά και σε αρκετές περιπτώσεις διάσπαρτα σε διαφορετικές πόλεις ή νησιά, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η εφαρμογή των ποσοστών που προβλέπονται. Επιπλέον, οι διοικητικές υπηρεσίες έχουν αποδυναμωθεί δραματικά με τις αθρόες και πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, την ανυπαρξία νέων προσλήψεων και τα προβλήματα που προέκυψαν με τις διαθεσιμότητες. Για τους λόγους αυτούς, διαπιστώνεται επιτακτική ανάγκη παράτασης της προθεσμίας για την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης των διοικητικών υπαλλήλων κατά δύο μήνες. Η παράταση θα συμβάλει στην επανεξέταση και επίλυση των δυσλειτουργιών που διαπιστώνονται.


Η Σύνοδος των Πρυτάνεων επισημαίνει ότι οι μισθοί του εκπαιδευτικού και ερευνητικού
προσωπικού των ΑΕΙ έχουν υποστεί δραστικές μειώσεις τα τελευταία χρόνια και βρίσκονται σε πλήρη αναντιστοιχία όχι μόνο με τους μισθούς συναδέλφων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και με τους μισθούς άλλων δημοσίων λειτουργών στην Ελλάδα που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια. Παράλληλα, το κράτος αρνείται να εφαρμόσει αποφάσεις του ΣτΕ σχετικά με τη μη φορολόγηση επιδομάτων, ενώ υπάρχουν σημαντικά αντικίνητρα για τη συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα και την προσέλκυση ερευνητών υψηλού επιπέδου από το εξωτερικό. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τη διαρκώς αυξανόμενη απώλεια άριστου επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό.
Η Σύνοδος Πρυτάνεων θεωρεί ότι η οποιαδήποτε ρύθμιση περί μετεγγραφών δεν επιτρέπεται να θέτει σε κίνδυνο την ακαδημαϊκή αξιοπιστία και την ποιότητα των σπουδών. Οι μετεγγραφές σε συνδυασμό με τον αυθαίρετο ορισμό του αριθμού των εισακτέων από το Υπουργείο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δυνατότητες των Ιδρυμάτων, θέτουν εκτός ελέγχου των διοικήσεων των Πανεπιστημίων την ποιότητα των ακαδημαϊκών λειτουργιών.
Η εφαρμογή του νόμου για την περίπτωση των «λιμναζόντων» φοιτητών δεν μπορεί να γίνει με απόλυτο τρόπο και χωρίς δυνατότητα διαχείρισης των εξαιρέσεων. Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται απαραίτητο να υπάρξει ρύθμιση που θα εξουσιοδοτεί τα ιδρύματα να διαχειριστούν τα ζητήματα αυτά για όσους φοιτητές/τριες καταβάλλουν συστηματικές και ουσιαστικές προσπάθειες για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, όπως άλλωστε προβλέπεται και στους υπό σύνταξη Οργανισμούς και μέχρι την ολοκλήρωσή τους.


Δύο χρόνια μετά την ψήφιση του νέου νόμου πλαισίου, τα θεσμικά προβλήματα των Ιδρυμάτων παραμένουν άλυτα, ιδιαίτερα εκείνα που αφορούν στις σχέσεις των Πρυτανικών Αρχών με τα Συμβούλια των Ιδρυμάτων. Ζητείται άμεσα η αποσαφήνιση των αμφίσημων αρμοδιοτήτων των Πρυτανικών Αρχών, του Συμβουλίου Ιδρύματος και της Συγκλήτου, ώστε να μην δημιουργούνται αντιθέσεις και προβλήματα λειτουργίας.
Επειδή σύμφωνα με το Υπουργείο επίκειται η κρίση των Οργανισμών των Ιδρυμάτων που έχουν κατατεθεί ή κατατίθενται, ζητείται από το Υπουργείο Παιδείας να διαμορφώσει το πλαίσιο της αξιολόγησης των Οργανισμών σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις σημαντικές ιδιαιτερότητες κάθε ιδρύματος όσο και τη διεθνή πρακτική.

Φοιτητικά Νέα/Foititikanea.gr