Πανεπιστημιακά Νέα: Έφυγε από τη ζωή ο κορυφαίος στον πλανήτη βιολόγος Φώτης Καφάτος

Την τελευταία του πνοή άφησε στις 18 Νοεμβρίου στο Ηράκλειο Κρήτης ο κορυφαίος Έλληνας βιολόγος Κώστας Καφάτος, ένας επιστήμονας με σημαντικό ερευνητικό έργο και διεθνές κύρος.

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1940 και σπούδασε στα αμερικανικά πανεπιστήμια Κορνέλ και Χάρβαρντ (στο δεύτερο έγινε στα 29 του χρόνια ο νεότερος καθηγητής στην ιστορία του ιδρύματος). Ο Φώτης Καφάτος υπήρξε ο νεότερος καθηγητής στο Χάρβαρντ, ενώ ήταν ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας και μέλος του επιστημονικού του συμβουλίου.

Στην επιστημονική διαδρομή του έκανε πολλές σημαντικές ανακαλύψεις στη μοριακή βιολογία και στη γενετική, αφήνοντας το αποτύπωμά του τόσο στη θεωρητική όσο και στην εφαρμοσμένη βιολογία. Μεταξύ άλλων, η ερευνητική ομάδα του ήταν η πρώτη που κλωνοποίησε το γονίδιο ενός θηλαστικού, ενώ συνέβαλε καθοριστικά στη μελέτη του κουνουπιού φορέα της ελονοσίας.

Μεταξύ 1972-1980 οργάνωσε και αναθεώρησε το πρόγραμμα σπουδών ως καθηγητής του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη δεκαετία του 1980 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του Πανεπιστημίου Κρήτης και του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), όπου το 1982 ίδρυσε το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ).

Το 1994 και έως το 2005 ανέλαβε γενικός διευθυντής στο Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας (EMBL) στη Χαϊλδεβέργη, ενώ το 2006 μετακινήθηκε στο Imperial College του Λονδίνου ως καθηγητής και επικεφαλής ερευνητικής ομάδας. Μεταξύ 2007-2010 διετέλεσε πρόεδρος του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Ερευνών (ERC).

Η Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημόνων (ΠΕΒ) έχει θεσμοθετήσει το «Βραβείο Αριστείας στη Βιολογία - Φώτης Καφάτος» που απονέμεται κάθε δύο χρόνια.

ΦΩΤΙΟΣ Κ. ΚΑΦΑΤΟΣ (1940 -2017)

Γεννήθηκε στις 16 Απριλίου του 1940 στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Στη συνέχεια σπούδασε Ζωολογία και Βιολογία στα Πανεπιστήμια Cornell (1961) και Harvard (1962) των Η.Π.Α. και το 1965 αναγορεύτηκε Διδάκτορας Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Harvard.

Από το 1965 έως το 1969 διατέλεσε Επίκουρος Καθηγητής της Βιολογίας στο Harvard University και από το 1969 μέχρι το 1994 Τακτικός Καθηγητής της Βιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο, ενώ μεταξύ 1978 και 1981 διεύθυνε την έδρα της  Κυτταρικής και Αναπτυξιακής Βιολογίας (Cellular and Developmental Biology - CDB)

Το 1972 έγινε Τακτικός Καθηγητής στην έδρα Γενικής Βιολογίας του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1982, οπότε εκλέχθηκε Καθηγητής  Mοριακής και Αναπτυξιακής Bιολογίας στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπι- στημίου Κρήτης.

Την ίδια χρονιά (1982) ίδρυσε το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ), στο πλαίσιο του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης, και εργάσθηκε εκεί ως Διευθυντής του μέχρι το 1993.

Από το 1993 μέχρι το 2005 διατέλεσε Γενικός Διευθυντής και Επικεφαλής Ερευνητικής Ομάδας στο European Molecular Biology Laboratory (EMBL - Heidelberg, Germany), όπου υπό την καθοδήγησή του, δημιουργήθηκαν επιτυχώς τρεις νέοι κλάδοι του EMBL: το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Βιοπληροφορικής (European Bioinformatics Institute, EBI) στο Hinxton, του Ηνωμένου Βασιλείου, το Πρό- γραμμα Βιολογίας των Ποντικών στο Monterotondo, της Ιταλίας, και η Μονάδα Αναπτυξιακής Βιολογίας στο Κεντρικό Εργαστήριο της Χαϊδελβέργης, στη Γερμανία.

Το 2005 έγινε Καθηγητής της Ανοσογονιδιωματικής στο Imperial College, London, Department of Life Sciences, Division of Cell & Molecular Biology, Centre for Integrative Systems Biology.

Το 2006 ανέλαβε πρώτος Πρόεδρος του European Research Council (ERC), θέση από την οποία παραιτήθηκε το 2010, πριν την επίσημη λήξη της θητείας του, προκειμένου να επιστρέψει στα διδακτικά και ερευνητικά του καθήκοντα και ειδικότερα στην έρευνα για την καταπολέμηση της ελονοσίας.

Το 2007 εκλέχθηκε Adjunct Professor Ανοσολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων στη Harvard School of Public Health των Η.Π.Α.

Είναι ένας από τους πρωτοπόρους στην παγίωση της μοριακής προσέγγισης της έρευνας της Ανάπτυξης και στην καθιέρωση της Τεχνολογίας του Ανασυνδυασμένου DNA. Χρησιμοποίησε την τεχνολογία αυτή σε πρωτοπόρες αναλύσεις της μοριακής γονιδιακής εξέλιξης στα έντομα. Υπήρξε ο θεμελιωτής του προγράμματος της χαρτογράφησης και αλληλούχισης του γονιδιώματος της Drosophila melanogaster και τη δεκαετία 2000 - 2010 ήταν πρωτοπόρος στην αποκρυπτογράφηση του κουνουπιού-φορέα της ελονοσίας στον άνθρωπο, καθώς και στην ανάπτυξη νέων προσεγγίσεων για την καταπολέμηση της ελονοσίας.

Τα επιστημονικά του επιτεύγματα έχουν αναγνωριστεί μέσα από πολυάριθμα μετάλλια, τιμητικούς τίτλους και αξιώματα καθηγητή και μέλους σε 9 Ακαδημίες, ανάμεσα στις οποίες η Εθνική Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ, η Royal Society of London (ξένο μέλος), η Γαλλική Ακαδημία Επιστημών (Μέλος) και η Ποντιφική Ακαδημία Επιστημών.

Οι δημοσιευμένες επιστημονικές εργασίες του που αναφέρονται στην PubMed είναι εντυπωσιακές τόσο από πλευράς ποσότητας (υπερβαίνουν τις 350) όσο και από πλευράς ποιότητας (έχουν δημοσιευθεί στα πλέον έγκυρα επιστημονικά περιοδικά).

Φοιτητικά Νέα/Foititikanea.gr